Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Εξιλέωση

Το φονικό της βλέμμα έπεσε στο πάτωμα,
ο εκκωφαντικός, αλλόκοτα εξωπραγματικός ήχος του,
βούιξε στ' αυτιά μου
κίνησε να μαζέψει τα συντρίμμια της
ταπεινωμένη κι ατιμασμένη
η τσαλακωμένη ομορφιά της,
έμεινε σκυμμένη, παγωμένη,
το φονικό της βλέμμα είχε γίνει θρύψαλα,
διαμάντια.

Σήκωσε αργά το κεφάλι της
είχε μια έκφραση διάχυτη θυμό και φόβο
τα χέρια της άγγιξαν τα ιριδίζοντα θραύσματα,
ένας χείμμαρος σκέψεις γαλάζιος, κρυστάλλινος, πηχτός,
και αίμα κόκκινο βαθύ, ξεχύθηκε ορμητικά,
ο γαλάζιος χείμμαρος πλημμύρισε το σκοτεινό δωμάτιο
τρύπωσε σε κάθε αδιάφθορο σημείο
της διεφθαρμένης, βρώμικης ψυχής μου.

Τότε μόνο το κατάλαβα.
Τα κοφτερά θραύσματα των ματιών της
δεν λάβωσαν μόνο τα απαλά, τώρα κόκκινα, χέρια της,
τρύπησαν και την καρδιά μου
κι άφησαν να τρέξουν συναισθήματα
που από καιρό είχα κρύψει βαθιά,
τα είχα φυλάξει σαν τα ερωτικά γράμματα
που το πληγωμένο κορίτσι φυλά βαθιά στο κλειδωμένο συρτάρι
δίχως να μπορεί να ξεχάσει ποτέ την ύπαρξη τους.

Τα τόσο καλά κρυμμένα συναισθήματα μου
έτρεξαν μπλαβιά και πήραν την προδιαγεγραμμένη θέση τους
δίπλα στην αιτία της βίαιης και εξαναγκαστικής,
μα σωτήριας, αποφυλάκισης τους,
δίπλα στο θρυμματισμένο, φονικό βλέμμα της
κι αυτή, η παγωμένη κι ακίνητη ύπαρξη σαν να κατάλαβε,
περπάτησε με το αιθέριο βήμα της κι ήρθε κοντά μου,
τ' άσπρο, αέρινο πέπλο της αθωότητας της, βουρκωμένο,
την ακολούθησε στωικά, πάντα δικό της και 'κείνη,
η νεράιδα με το σπασμένο βλέμμα,
με τα ξυπόλητα ματωμένα πόδια ήρθε και στάθηκε δίπλα μου.

Άπλωσε τα χέρια της καρδιάς της,
αυτά που εγώ, συνειδητά, είχα ματώσει
μάζεψε τα προδωμένα, εκτεθειμένα στο αμείλικτο φώς
των ραγισμένων ματιών της, συναισθήματα μου
και τα 'κανε δικά της
γιατί αρκούσε ένα και μόνο άγγιγμα της
για να φυλακίσει οτιδήποτε δικό μου
στην μαγαρισμένη ζεστασιά της ψυχής της,
αυτήν, που ανελέητα χτύπησα χωρίς να ξέρω.

Και με μιά συγγνώμη αβίαστη, δική μου,
η ζωγραφιά στο πρόσωπο της,
το έργο τέχνης των ματιών της, φωτίστηκε.
Τα σπασμένα κομμάτια απ' το βλέμμα της, καθάρια, λαμπερά,
μαζεύτηκαν, ενώθηκαν ξανά και συνέθεσαν μία γλυκιά οπτασία.

Ένα χαμόγελο απαλό, ήρθε ευπρόσδεκτο
κι ανασήκωσε τις άκρες των ρόδινων χειλιών της
δίνοντας χρώμα ζωντανό στ' ανήλιαγα ζυγωματικά της.
Η νύμφη του ουρανού, βγαλμένη απ' τα αστέρια
με οδηγό το φεγγάρι τούτο το επεισοδιακό βράδυ,
με τα ματωμένα της χέρια τώρα,
περιεργαζόταν το ανέκφραστο πρόσωπο μου
με τόση αδικαιολόγητη αγάπη που, ξέρω, δεν μου άξιζε,
δεν άξιζε σε κανέναν από ένα πλάσμα φτιαγμένο ν' αγαπιέται μόνο,
να λατρεύεται σαν θεικό κομμάτι,
έσκυψε το πορσελάνινο πρόσωπο της αργά μ' αποφασιστικά σε μένα
όταν τα ροδινα χείλη της ακούμπησαν ανεπαίσθητα τα δικά μου
μια ζεστή μυρωδιά, γνώ

ριμη, απαλή, εξωτική,
αγκάλιασε το είναι μου.

Την αυγή την ώρα που το τελευταίο σκοτάδι, (εγώ),
ενώνεται με το πρώτο δειλό φως της μέρας (εκείνη)-
και σημαίνει μία νέα αρχή,
δίνοντας συνέχεια στον αέναο, φαύλο κύκλο της πλάσης,
ενώσαμε κι εμείς τα πάθη μας.
Κι ύστερα έφυγα απ' τον κόσμο τούτο,
πλανήθηκα για μια στιγμή ανάμεσα στο υλικό και το άυλο
κι έπειτα βρέθηκα σε μέρη μακρινά,
φωτεινά όπου έτρεχαν γάργαρα νερά
κι ο χρόνος έχανε κάθε πολύτιμη σημασία του.
Εξιλεώθηκα κι εξαΰλώθηκα.
Η μούσα, η αναγέννηση κι η αμαρτία
χάθηκαν ολότελα απ' το μυαλό μου
σβήστηκαν σαν όνειρο βρώμικης, κι αλλόκοτα καθάριας,
καλοκαιρινής νύχτας-
κλήθηκα να ζήσω νέα ζωή,
σε άλλο σώμα απαλλαγμένος από κάθε πριν.

© Copyright Αθηνά Ιερομνήμων αΘηνά.


Alphonse Mucha, Study for the "Moon":
The Moon and the stars (1902)







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου