Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Ο μονόλογος.Μαζί σου. [Οne woman conversation]

{Comptine d'Un Autre Été - Yann Tiersen}

Τα πρόσωπα του "έργου"She

[She]: ...
So you're with someone...
Oh, well...
Ahm..That's great. I mean...it's great!
You know...I wish the best for you.

[She]: ...Right, you already know that. (She laughs slightly)
So...Do you want to...talk about it ?
Tell me how you're feeling and stuff ?

[She]: Me ? Oh, come on. It's all right for me.
(Pause - She turns and looks out of the window)
Well, to be honest, I don't know if it's actually all right, but...
You know. It's ok.
(Pause)
I mean, if you want to talk about it... It's ok...

[She]: Ok. Sure. Let's change that subject.

(Long Pause)
[She]: (She laughs slightly) I came here to meet you and I had so
many things in my mind. So many things to tell you.
And now...Nothing comes up!

[She]: About what ?
You know...Just random things about me and you. (Pause)
About how you make me feel.
(She abruptly, stops talking)

[She]: (She continues as abruptly, as she just had a flash)
Tell me about your trips!
You've visited many new places, didn't you ?

[She]: Tell me about the things that impressed you the most.
That...inspired you.

[She]: Well, that's great!
You know what ? I think that you fit into those places.
You fit well... You fit right here too...But you know...just saying.
(She smiles shyly)
I saw the pictures.
You seemed truly happy...

[She]: Considering...It's nice connecting places with pleasant
moments. That makes you wanna visit them again!
Just,  you know, to recall the happy memories.

[She]: Sorry ?
Why I'm not looking at you while discussing, all that time ?
Did I ? (She looks down)
Well, I don't know...(She hesitates)
You know...Sometimes I can't handle my glance.
My emotions are clearly reflected in her.
Anyhow...I didn't mean to make you feel uncomfortable or
something...
(Pause)
 I'm sorry. I'm sorry about that.

[She]: No. I can't.
I feel ashamed somehow about my glance right now.
It may be a bit over emotional. I'm sorry.
(She turns again at the window)

[She]: Yes, you're right.
No apologies.
I really have to work that whole "sorry" thing.
Sometimes it overcomes me.
(Pause)
(She laughs out loud)
It's stupid, I know! Precisely that moment, when I think that
I've got to stop apologising, there comes an invincible need to
apologize for the non-stop apologising!


[She]: Ha! That's a good question!
Why we're having this conversation in english, uh ?
I guess...Is it to improve my english ?
Or...I don't know...You told me once, that you like it when I
speak in english.
(Pause)
You made me want to do my best.

[She]: Yeah, in english...In everything.
That's important.
There are many people around me, who release my miserable "ego".
The whining one.
The pessimistic.
Mostly the sad one.
But...you put out my best.
You motivate me in some way.
Even if it comes to english, mathematics, communicating or
writing poems.
(She stops)
Oh Lord! I'm sorry, I don't know what's happening to me and I
say all these strange things.

[She]: That's right. I forgot about the apologies...
I'm talking all this time incessantly, while I was just saying
that you bring out the best of me.
Well, I think I failed that one too.


[She]: Oh yeah! Right! You gotta go, you have to catch the bus.
(She checks the time)...And you 'll be late...
(Long Pause)
So...Nice talking to you after so long...
Well... have a good night,
and...Good luck.


αΘηνά.


Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Barefoot

Imogen Heap - Hallelujah

«Δες» είπες, κι έδειξες χάμω,
«Ολόκληρος ο πολιτισμός μας,
ένα ζευγάρι παπούτσια.
Κι όλη η ελευθερία μας,
ένα ζευγάρι παπούτσια στο χέρι.
Όλη μας η ελευθερία, 
δυο πέλματα γυμνά. 
Ανένταχτα, απροσάρμοστα, σκληρά.»

«Σώνει και καλά να χωρέσουν τα πόδια μας 
σ' ένα ζευγάρι παπούτσια.
Κι όσο μεγαλώνουμε αλλάζουμε νούμερα.
36, 38, 41. 
Η ανάγκη μας γι' αριθμητική,
πιο μεγάλη από οποιαδήποτε άλλη.»

Μόνο γυμνός επιστρέφεις. 
Το ξέρεις. 
(Όμως ξοδεύεσαι ντυμένος).

«Κι όλου του κόσμου η αλήθεια, 
δυο σώματα, γυμνά ιδρωμένα, 
κάποια καλοκαιρινή βραδιά.»

Η αλήθεια πουλήθηκε.
Πλαγιάζοντας δίπλα στο ψέμα.
Ακροβατεί παραδομένη.
Ρημάζει το ένα έχω μετά το άλλο.

«Δεν μου 'μαθε κανείς αυτά που πρέπει. 
Εκείνα πρέπει να τα μάθω μόνη.»
Πρέπει.
Πρέπει.
Πρέπει.
Πρωτοφανής προέκταση Προκρούστη.
Προσεχής προωθημένη προπαγάνδα.


Μόνη μας ελευθερία ο Έρωτας.
Και του φοράμε παπούτσια.
Αθλητικά.
Να τρέξει, όσο πιο γρήγορα μπορεί.
Να φύγει μακριά μας.

αΘηνά.


Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Τα χνάρια τ' ανέμου

Moonlight Mile - Rolling Stones

Μιάμιση ώρα, στην αρχή.
Μιά μέρα, ύστερα.
Δυό.
Τρείς.
Τέσσερις.
Πέντε μέρες...
Κι όλο λέω να πάψω να μετράω σε μέρες.
Ν' αρχίσω να μετράω σ' αφαιρέσεις.
Σε βυθισμένα καλοκαίρια,
κι έπειτα σ' αναίτια φθινόπωρα.
Λιγοστεύουν οι μνήμες κι οι ελπίδες σαν αφαιρείς.
Ανάλογη η ελάττωση της πράξης-
Έτσι όλα λιγοστεύουν όταν τ' αφαιρείς.
Μόνο τα λάθη.
Εκείνα μόνο στην πρόσθεση είναι προσφιλή.
[Κοίτα, πάλι τείνω προς τις γενικεύσεις...
Κι ούτε που τ' απολαμβάνω.]

Λέω ν' αρχίσω να μετράω σε χνάρια.
Τα βρίσκει κανείς στις αμμουδιές αφημένα,
μαζί με ξεχαρβαλωμένες σαγιονάρες
και κουφάρια λησμονημένων εξαρτήσεων,
πλάι σε άδεια μεθυσμένα μπουκάλια,
και ρέμπελους τελειωμένους αναπτήρες,
σκόρπια κομμάτια πλαστικές αναμνήσεις,
άλλες φανερές κι άλλες θαμμένες στην άμμο.
Αξίζει τον κόπο μια βόλτα,
να μαζέψεις τις ιστορίες τους.
Έχουν τόσο να διηγηθούν.
Καλύτερα να πας με το δείλι.
Τότε είναι που τα πιάνει εξομολογητική διάθεση.
Πού όρεξη για τέτοια κάτω απ' το φλογερό μάτι του ήλιου ;
Μόνο πίνουν όλη μέρα αλμύρα, για να ξεχάσουν.
Άσε που τ' απόβραδο ξέρει καλύτερα να κρύβει τ' ανατέλλοντα δάκρυα.
Και τα μαϊστράλια ξέρουν καλύτερα να δροσίζουν
τις πυρωμένες πίκρες τους.
Κομπρέσες λυκόφωτος.

Δεν βαριέσαι ; Όσαν χνάρια κι αν μετρήσω,
Πάλι δεν σε χωράνε.
Καλύτερα να τα σκορπίσω στον άνεμο.
Όλα μαζί μπορεί να φτάσουν κάπου.
Ίσως να βρουν και τον δρόμο που βγάζει μπρος στα δυό σου πόδια.
Τα γυμνά βήματα, ξέρουν να διαβάζουν τ' άστρα, 
καλύτερα απ' τα διψασμένα χέρια.

Θ' ανέβω εκεί ψηλά.
Στην ελιά της Εύας.
Σαν πάρει να φυσάει σιροκολεβάντες.
Εκείνον που στα μέρη μου φωνάζουν Ερημίτη,
να τα τρέξει, να περπατήσουν πέρα.
Πάνω απ' τα στάχινα κάστρα που χρυσαφίζουν,
Πέρα απ' τα μπλέ τοπάζια του πελάγους,
και τ' απογευματινά μπλαβιά σύννεφα τ' ορίζοντα.
Ώσπου κάποτε λιωμένα,
απ' του Ερημίτη τις βαθιές, ροζιασμένες χούφτες,
φτάσουν σε σένα.
Θα 'ναι κάποια ξελιγωμένη αυγή
που θα τ' αποθέσει πλάι στα κοιμισμένα γόνατά σου,
ντυμένα την λευκή άχλη της ένωσης,
θα δακρύσουν σταγόνες απάγκιου στις ρόδινες,
μυρωμένες γάμπες σου.
Έτσι χυμένη όπως θα 'σαι στου ύπνου την απαλή αιώρα.
Άφησε τα βήματά μου να σου πλύνουν τα προδωμένα πέλματα.
Κίνηση πρωινής μετάνοιας.
Και σαν ξυπνήσεις, φύλαξέ τα,
δώρα, στον κόρφο των ματιών σου.

{Θησείο. Οδός Θέμιδος γωνία. 
Πάνω που ξεμυτάει Πειραιώς.
Κι απέναντι το μπαλκόνι με τις Καρυάτιδες, 
να σου γελούν δροσερά μες την αποπληξία της πόλης.}

Συνεχίζω.
Έξι μέρες.
Επτά.
Μια βδομάδα και μια μέρα...

[Ἕνας αἰῶνας 
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.*] 

αΘηνά.

*Η τελευταία φράση είναι απόσπασμα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, Γυμνό Σώμα (Ἀθήνα 24.9.80)