Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Ανεμιστήρας

Head in the ceiling fan - Title Fight

(Τρίμματα καπνού στο τετράδιο.)
Μπορεί κανείς να σε πληγώσει δίχως να σου πει κουβέντα ;
Δίχως να σου μιλήσει καν ;
Μπορεί. Αρκεί να υπονοήσει κάτι.
Κάτι μικρό. Για 'κείνον ανούσιο,
Τόσο ανούσιο που θα σε βυθίσει.

Οι αχτίδες του ήλιου διαπερνούν τα σύννεφα σαν ακανόνιστες τούφες μαλλιών.
Άυλες και διάφανες.
Χαρακώνουν τον ορίζοντα κι αλλάζουν το χρώμα της μέρας,
Από θολό λευκό - σαν αυτό που παίρνει το νερό σε ποτήρι μ' ελάχιστο γάλα,
σε κίτρινο μεσημερί.

Στο μωσαϊκό, γυαλίζει ένα πεταμένο περιοδικό.
Τα λόγια του Χρόνη με γρονθοκοπούν στο στομάχι, όποτε στρέφω το πρόσωπο προς τα κάτω.
Παράλληλες γραμμές, σκιοθετούν τα δάχτυλα του δεξιού ποδιού μου.

Κι όλο ζητάμε αυτό το αναζωογονητικό αεράκι, κλεισμένοι στο πνιγηρό μας μπαλκόνι.
Κι όλο δεν έρχεται κι είναι μονάχα η αποπνιχτική άπνοια όσων δεν είπαμε, που μαστιγώνει ανελέητα το ιδρωμένο μας πρόσωπο.

Δίσκοι βινυλίου απλωμένοι στο δροσερό παρκέ.
Θα εκραγεί, θ' ανοίξει σαν τριαντάφυλλο, είπες.
Ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο, όλο αίμα.
[Κι ήταν αυτό σου το τριαντάφυλλο μιαν απόδειξη,
ένας λόγος να σ' αγαπήσω μόνο που το 'πες.]
Βιβλία. Βιβλία τυχαία ανοιγμένα, πεταμένα στο πάτωμα -
περιμένουν κάποιον να τα διαβάσει, κάποιον ν' ακούσει την αδιάσπαστη σιωπή τους.

Δεν ξεχωρίζεις πια την αρχή και το τέλος.
Σχεδόν ταυτίζεσαι με την διάφανη κίνηση.
Αυτό ήταν που ήθελες ;
Ένας ανεμιστήρας οροφής να συγκεντρώνεις το βλέμμα σου.
Ένα υποκατάστατο αέρα.

Καθώς περπατάς, δίπλα σου περνάνε σφυρίζοντας μ' εκκωφαντική ταχύτητα,
μελωδίες που δεν θ' ακούσεις ποτέ.
Τραγούδια άγνωστα.
Λόγια σκόρπια, στοιβαγμένα σε λάθος προτάσεις.
Χειμώνας.

Περιπλανιέσαι άσκοπα στους δρόμους, φοβισμένος
ψάχνοντας το μονοπάτι του φεγγαριού.
Κι όλο νιώθεις πως είσαι τόσο κοντά του.
Κι όλο σου ξεφεύγει.
Σε μια λάθος στροφή.

Φτάνεις σ' αυτές τις άγνωστες πλατείες.
Πλατείες μ' αυτό το γνώριμο, θολό ημίφως.
Που όσο σίγουρος κι αν είσαι πως τις συναντάς για πρώτη φορά,
φωνάζουν σαν σειρήνες πως τις ξέρεις ήδη.
Τις έχεις περπατήσει πάλι,
έχεις κοντοσταθεί να κοιτάξεις το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα,
δίπλα στ' αδειανά, χαραγμένα παγκάκια τους.
Ή τους μοναχικούς διαβάτες μαντεύοντας την ιστορία του προορισμού τους.
Δύο η ώρα τα χαράματα.

Σου λείπει εκείνο το συναίσθημα,
σαν να λείπεις καιρό κι επιστρέφεις σπίτι.
Σαν να 'σαι μόνος καιρό και ξαφνικά,
δυο χέρια σ' αγκαλιάζουν.

αΘηνά.

* "Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα." Χρόνης Μίσσιος

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Shoestrings

Άκου αυτό : There is a light that never goes out - The Smiths

Κάπου εκεί έξω διασκεδάζουν.
Κάπου εκεί έξω γελάνε κι αγαπιούνται.
Κάπου εκεί.
Όχι εδώ.
Στο μονωμένο μπαλκόνι δεν φτάνει τίποτα,
ούτε γέλιο, ούτ' αγάπη.
Παρέα μ' εφήμερες κάφτρες
και νυχτερινές πεταλούδες.

Κάπου εκεί έξω είν' η ζωή.
Όχι εδώ.
Εδώ, η απόσταση απ' το Καπουεκεί μεγαλώνει.

Ξαπλωμένη στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου,
μια χυμένη άμορφη μάζα
σαν σεντόνι χωμένο σε κάβο πλυντηρίου,
Βλέπω λίγα νυχτερινά φώτα,
όποτε καταφέρνω ν' ανοίξω τα μάτια.
Λίγο σκοτεινό ουρανό.
Μπερδεύομαι στις στροφές και τα φρένα.
Σιγοσφυρίζεις στη θέση του οδηγού.
Κάθε λίγο λες τ' όνομά μου.
Με λίγη καθησυχασμένη αγωνία.
Ίσα να δεις αν μπορώ ν' απαντήσω.
Ίσα να σιγουρευτείς πως είμαι ακόμη εδώ.
[Φαντάζομαι σεντόνια απλωμένα σε πελώριες μπουγάδες]
Κι όμως μ' άφησες μόνη,
Κι έφαγες όλα τα κρουασάν.

Οι φίλοι μου δεν υπάρχουν.
Κι αυτό γιατί είμαι πολύ επιλεκτική μαζί τους.
Αν υπήρχαν θα στους γνώριζα.
Μπορεί και να τους συμπαθούσες.
Κυνηγούν τα φώτα οι φίλοι μου,
δεν φοράνε κορδόνια στα παπούτσια τους.
Τους αρέσουν τα ίδια κορίτσια,
με τα σκοτωμένα σορτς,
(εκείνα φοράνε κορδόνια)
κι έχουν τίγρεις για μάτια,
βίαια ξεσπάσματα και διαβολικά χαμόγελα.

Οι φίλοι μου καπνίζουν όλοι.
(Όχι, όχι όλοι.)
Και ξέρουν τα πάντα.
(Όχι, όχι τα πάντα.)
Όμως οι φίλοι μου δεν με γουστάρουν,
κι ούτε με θέλουν για φίλη.
Με κοιτάζουν περίεργα
και σιγοψιθυρίζουν όταν περνάω
Δεν τους καταλαβαίνω,
γιατί μιλάνε μ' αριθμούς
6.512
Κανείς τους δεν έχει ξανθά μαλλιά.
Αλλά ίσως και να 'χει τώρα που το ξανασκέφτομαι.

[Καβαλάνε μηχανές και μένουν πολύ μακριά από 'δω.
Όχι, δεν ζουν εδώ οι φίλοι μου. ]

Γράφω, λέει, λάθος το πολύ.
Το γράφω λίγο. 
(Οι φίλοι μου ξυπνάνε δίχως να κοιμούνται
κι ούτε θυμούνται ποτέ να φάνε.)
Εκείνοι δεν ξέρω αν γράφουν σωστά το πολύ.
Εκείνοι το ζούνε, δεν τους νοιάζει η ορθογραφία.
Χθες ξέρασα, στα πόδια μου, τους φίλους μου.
Έκαναν ακροβατικά στο στομάχι μου.
Κι ύστερα έβαλα τα κορδόνια μου για πλύσιμο.


[Όταν λείπεις θέλω να φοράω όλα σου τα ρούχα
Αν γινόταν θα τα φόραγα κι όλα μαζί.
Θα ήθελα ν' αδειάσω τη ντουλάπα πάνω στο κεφάλι μου
και να κοιμηθώ.
Αντ' αυτού, πίνω μπύρες.
Όπως κι οι φίλοι μου.
Αφήνω τα κορδόνια μου λυτά,
τόσο που τα παπούτσια πλέουν πάνω στα πόδια μου,
και βγαίνω απ' το σπίτι.
Απόψε θα συναντήσω τους φίλους μου.

αΘηνά.



Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Ε.Ρ.Τ.

Άκου αυτό : Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη - Διονύσης Σαββόπουλος / Γιώργος Νταλάρας
Οι οθόνες βουλιάζουν, σαλεύει το πλήθος...

Συννεφιά. Βροχή.
Σήμερα οι σταγόνες φτύνουν το κοιμισμένο σου πρόσωπο. 
Ξύπνας ντροπιασμένος, δειλός. 
Σιγή. 
Ένας διακόπτης που κατεβαίνει,
αρκεί για να σου δείξει τις αδυναμίες σου. 
Κανένα τανκ. Κανένας νεκρός. Κανένα χέρι βουτηγμένο στο αίμα.
Μονάχα ένας διακόπτης, φτάνει να σε γυρίσει πίσω στα λάθη σου. 
"Τώρα δημόσια θα έχουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες"

Τα πόδια σου είναι βαριά. Οι οθόνες του μυαλού σου μαυρίζουν πάλι.
"Έσβησε το σήμα στον Υμηττό." 
Χούντα. 
"Αποφασίζομεν και διατάσσομεν".
Έκλεισε και το τελευταίο παραθυράκι.
Στην οθόνη του παραλόγου έσβησε και το τελευταίο φως. 

Σιωπή.
Είμαστε βουβοί και μόνοι τώρα. 
Είμαστε βουβοί και μόνοι, όλοι μαζί. 
3.000 άνεργοι ακόμη. 
Κι αν δεν είσαι τώρα εσύ, θα 'σαι αύριο.
Κι αν δεν νοιάζει εσένα τώρα, δεν θα δώσει δεκάρα κανείς και για σένα αύριο.
Κι όλο αναλώνεσαι και ψάχνεις τις έννοιες στα λεξικά. 
Ψάχνεις τις λέξεις. 
Αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη, καταστολή, αντίσταση. 
Δεν υπάρχουν πουθενά.
Δεν θα 'πρεπε να τις ψάχνεις. 
Δεν θα 'πρεπε να τις έχεις χάσει.

Προφητεύουν πως θα 'ρθουν χειρότερες μέρες
Πώς όταν δεν θα 'χεις να φας, Έλληνα, 
Θα γυρίσεις και θα κατασπαράξεις τον διπλανό σου. 
Πως το ένστικτο της επιβίωσης, σε 'σενα που έχασες τις λέξεις σου
θ' αποδειχθεί τρομερό, ζωώδες, ανήθικο. 
Φοβάμαι για σένα κι ας μην νοιάζεσαι για μένα. 

"Η πρώτη χώρα στην Ευρώπη δίχως κρατική ραδιοτηλεόραση". 
Φευ! Για ποιόν πολιτισμό υπερηφανεύεσαι ; Για ποιά Ακρόπολη ; 
Τί έκανες εσύ γι' αυτόν ;  
Τ' αδέρφια σου στην Αθήνα καίγονται. 
Τ' αδέρφια σου στην Πόλη καίγονται.
"Αν δεν καώ εγώ
Αν δεν καείς εσύ
Αν δεν καούμε εμείς
Πώς θα γενούν τα σκοτάδια λάμψη ;
όπως ο Κερέμ, όπως ο Γιάννης, όπως ο Ναζίμ, όπως ο Μάνος.

Κι αν υπήρχε έστω και μια αδύναμη, θαμπή ελπίδα να εκπέμει τρέμοντας που και πού, 
έσβησε κι αυτή αυταρχικά εν μία νυκτί.
Μ'ένα διακόπτη - τανκ.
Στο κεφάλι σου μια καμπάνα χτυπά πένθιμα. 
Δεν μπορείς να την αγνοήσεις. 
Κάθε της χτύπημα σου σφίγγει το στομάχι.
Κάθε μέρα ένα βήμα εγγύτερα στην απόγνωση. 
Κάθε βήμα και βουλιάζεις όλο και πιο πολύ σ' αυτή την κινούμενη άμμο.
Βυθίζεσαι πιο βαθιά στο σκοτάδι της ανελευθερίας.
Βόμβος απ' το ελικόπτερο στο κεφάλι σου. 
Σε παρακολουθούν, φώναξε! 
Σε ορίζουν, ούρλιαξε!

Προετοιμάσου. Έρχονται. 
Μέσ' από μαύρες οθόνες, έρχονται να σε κατασπαράξουν. 

αΘηνά.





Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Conscientia

Άκου αυτό : Aleah - Water and wine

Είδα τον ήλιο να πέφτει στα μάτια σου
κι όλα τ' απογεύματα αντηχούν
ήχους συντελεσμένων προφάσεων.
Είχα μια κουβέντα χθες με τ' αστέρια
Μου 'παν "Πεθαίνουν οι γρίφοι μόλις τους λύνεις".
Κι ύστερα αναστέναξαν τρεμουλιασμένα.
Ξεχωρίζω ακόμη τα διψασμένα χαμόγελα,
αιμορραγούν σαν δαγκωμένα κεράσια.
Ασυνάρτητες σκέψεις με σένα, με μένα :
Τί απάντηση θα 'δινες εσύ στ' αστέρια,
στα χλωμά, κουρασμένα μου χέρια ;
Νομίζω ξέρω που πάνε τα σβησμένα σου γέλια.
Συγκεχυμένα λόγια που τρέχουν σαν τρένα
Κάποτε ίσως γυρίσουν σε μένα, σε σένα.
Απόψε έκανε ψύχρα στ' όνειρό μου
Φάνηκαν στα πόδια μου απλωμένα φθινόπωρα
Μούσκεψαν σαν φύλλα στο χώμα.
Φόρεσε η συνείδησή μου μάλλινη ζακέτα.
Ένα ρίγος διαπέρασε τα κοιμισμένα μου λάθη
Αλλάζει ο καιρός, μα η μορφή σου τίποτα δεν θα πάθει
Τη φυλάει καλά το τρίτο μου μάτι.
Κι όλο τη σκέψη μου ρωτάει, ζητάει να μάθει
Αν βρέχει στα λιωμένα μου μνήματα
Γιατί ψιθυρίζουν οι τοίχοι συνθήματα
Ή τί έχει αλλάξει στη Γη του πυρός
Κι αν περνάω ποτέ απ' την αυλή της αλήθειας.
Τί να της πω, με στενεύουν οι νύξεις της
Κουνάω τους ώμους, δυο άστοχες άγνοιες
Μικραίνουν οι νύχτες, αυξάνονται οι μέρες
Λένε, τα καλοκαίρια πλανιούνται οι αγάπες 
Λιώνουν τα μεσημέρια, σαν παγωτά στα χέρια
Δυόμιση μέτρα κάτω απ' το νερό,
το σώμα μου αγγίζει στην άμμο.
Η πίεση/το κεφάλι μου, οι φυσαλίδες/το κεφάλι μου
Ακούω τον βόμβο της πεθαμένης σου σκιάς
Το μυαλό μου κολυμπάει στο απέθαντο
Μέσ' απ' το πρίσμα της έλλειψης διαθλάται η απουσία σου.
Ο άγνωστος Χι με τραβάει απ' τα μαλλιά στην επιφάνεια.
Ποτέ μου δεν έμαθα μαθηματικά.
Θέλω να μ' αφήσουν οι εξισώσεις να πνιγώ -
μες την υγρή μου άγνοια
Να μ' αφήσει η συνάρτηση της διαίσθησης μου
να μουλιάσω στη φορμόλη της άρνησης
Έχω μια κουβέντα απόψε με τα κύματα
Είπαν "Όλα πάνε μπρος και πίσω, 
σαν το δάκρυ θα γυρίσω"
Και δεν είναι πως με νοιάζει τί θ' απαντούσες εσύ στα κύματα.
Καμιά φορά θέλω μόνο να σου δείξω τις θέες που κοιτάζω
Και να σου πάρω, σαν ξεμείνεις, απ' το περίπτερο τσιγάρα.

αΘηνά.


Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Enmity

Άκου αυτό : Angus and Julia Stone - Draw your swords

Γειά, είπε.
Τί είμαι ; Τί είμαι ;
Ένας κόμπος στο λαιμό.

Δυο χέρια δυνατά,
μ' ασπρισμένες τις αρθρώσεις απ' την ένταση.
Οξυγόνο που λιγοστεύει σε δαιδαλώδεις αρτηρίες.
Λαβύρινθος.

Μίτος πουθενά.
Εξ αγχιστείας εχθροί εμείς οι δύο.
Δάκρυα που παφλάζουν σ' ακτές ματιών σφαλισμένων.
Ζάλη που νανουρίζει αποκαρδιωμένες πράξεις.
Εκείνες που αναζητάς με τα μάτια δεμένα.
Τυφλόμυγα.

Ένα, δύο, τρία.
Ξέρεις που πετάς την πέτρα
Προχωράς.
Με το ένα πόδι.
Κουτσό.

Τέσσερα, πέντε, έξι.
Τί ψάχνεις ; Τί ζητάς ;
Κόκκινο, λές.
Μετράς.
Τρέχω μακριά.
Κρυφτό.

Στο είπα.
Φοβάμαι τα ύψη.
Κρατιέμαι απ' το βαμμένο σίδερο και στροβιλίζομαι
Κι εσύ κοιτάς.
Ο ίλιγγος μου μπερδεύει τα γόνατα
Κι εσύ κοιτάς.
Κάτι λες.
Δεν μπορώ ν' ακούσω, τ' αυτιά μου βουίζουν.
Σκοτοδίνη.

Τρέχεις.
Πιέζω τα μάτια στους βολβούς τους
Λες κι έτσι θα τ' αναγκάσω να δουν
Ψηλαφώ την κατεύθυνση
Κάπου ακούω να κοντοστέκεσαι,
Να λαχανιάζεις
Ψελλίζεις ένα πνιγμένο "εδώ"
Πού είναι το εδώ ;
Τυφλόμυγα.
Κυνηγητό.

Κρύο/ζεστό.
Εδώ.
Τα πόδια μου δεν βαστάνε.
Γονατίζω στο στεγνό χώμα
Πλησιάζεις.
Φέρνεις στα χείλη μου ένα μπουκάλι νερό.
Τ' απομακρύνεις προτού να πιω.
Το χύνεις επιδεικτικά στο χώμα.
"Σειρά σου. Μέτρα." ψιθυρίζεις στ' αυτί μου.
Κρυφτό.

Μεγάλωσα.
Κουράστηκα να παίζω.

αΘηνά.



Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Έδαφος

Άκου : Smiths - Asleep

Καθισμένοι στο ημίφως,
Τα δάχτυλα σου σέρνονται στο μωσαϊκό
σχεδιάζουν αόρατες λέξεις.
Αυτές που δεν σ' άφησα να πεις.
Σήμερα είσαι εδώ, έτσι δεν είναι ;
Μπορώ να σε δω να περνάς από δωμάτιο σε δωμάτιο
Σε βλέπω να πηδάς απ' το μπαλκόνι
Μια τουλούπα καπνού

Απόψε είσαι εδώ έτσι δεν είναι
Νομίζω, μπορώ να σε νιώσω στον αέρα
Μυρίζω την μουσική π' αναδύουν τα μαλλιά σου
Οι παλάμες σου υγραίνουν ελαφρά το γόνατό μου
Κι αποκλείω ήχους,
Έναν-έναν.
Ακούω τη μουσική,
γειτονικούς ψιθύρους.
Τις κραυγές της τηλεόρασης  στ' απέναντι διαμέρισμα
Το βουητό του δρόμου.
Βιαστικά βήματα.
Γέλια.
Γέλια.
Ακούω μόνο τη μουσική σου.

Καμιά φορά νομίζω πως τα πόδια μου ξεχνούν να περπατούν.
Ξεχνούν τα νεύρα μου ν' αντιδρούν στα ερεθίσματα.

Κάθε μπαλκόνι και μια αθόρυβη μάχη
Κάθε σου κίνηση και πιο στοχευμένη
Αράχνες στα μηνίγγια μου

Οι θαμπές βόλτες στην πόλη.
Δεν θέλω να καταλάβεις.
Ανοιγοκλείνεις τα βλέφαρά σου
Κοίτα... Κι όμως είσαι 'δω απόψε
Πίνεις απ' τη μπύρα μου
Λες πως θες να μείνουμε οι δυο μας.
Κι όμως ξέρω που είσαι απόψε.
Γέλια.
Εμένα γελούν,
Ξάπλωσα στο πάτωμα
Ήθελα να το νιώσω σκληρό πάνω στο σώμα μου
Να μ' ανατριχιάσει η ψύχρα του.
10:56.
Νωρίς για ημίμετρα
Κι όμως πολύ αργά για εξηγήσεις

Παράλογο να μου μιλάει το τρεμόπαιγμα της φλόγας
Κι οι σκιές επιτακτικά μου ζητάνε το λόγο
Πολύ αργά για εξηγήσεις.
Ξάπλωσα λίγο να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά
Ας μην συζητήσουμε απόψε
Θέλω μόνο να φαντάζομαι τη φωνή σου
Μην φτιάξεις πλάνο και γι' απόψε
Δεν είμαι για πολλά
Όπως θα μαι ξαπλωμένη
Βάλε το κρύο χέρι σου στην πλάτη μου
Πέρασε το κάτω απ' την μπλούζα μου
Απόψε μόνο κράτησε με στις παγωμένες σου παλάμες.

αΘηνά.