Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Δρομέας

Δεν με πιάνει πάλι απόψε ύπνος,
το μυαλό μου ν' αδειάσει δεν μπορεί
και πνίγουν το κεφάλι μου εικόνες,
σαν κι αυτή του δρομέα,
με τις κοφτερές εξοχές
που καθρεφτίζουν το φως
της νύχτας και της πόλης

Πόσα βράδια στέκεται εκεί
ακίνητος κι αεικίνητος
να λάμπει στου φεγγαριού
το φως καθώς τρέχει
και πάντα στα ίδια μένει
πόσες νύχτες τρέχει και
τ' άπειρο διαβαίνει

Όπως όλοι σ' αυτή την πόλη
κι ο δρομέας τρέχει
και δεν προλαβαίνει,
τ' διηνεκές του τρέξιμο
σε τίποτα δεν βγαίνει
Κι αναρωτιέμαι γιατί πλάστηκε
να τρέχει ;
Γιατί όλοι τρέχουν ;

Σαν μπαίνεις στο μετρό,
στον Ευαγγελισμό,
αιωρήσε στο ταβάνι και κοιτάς
μοιάζουν με κοπάδι, με μυρμήγκια
αλήθεια, πολυάσχολα υμενόπτερα
βαλμένα στη σειρά
Και πάλι τον δρομέα συλλογίζομαι
γρήγορος που είναι...
Οι άκρες του πάλλονται και χάνονται
στην ξάστερη νύχτα

Εκεί θα μένει μοναχικός όσο τρέχει
όπως και τα μυρμήγκια στο μετρό,
εκεί θα μένει κι ας τρέχει μέρα νύχτα
κάποτε θα ραγίσει το γυαλί του,
θα χάσει το λόγο που τρέχ' η ύπαρξη του
και απ' το παρτέρι, θα του δώσουν
τ' αθλητικά παππούτσια του στο χέρι
χιλιόμετρα που έχουν διανύσει.


Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

Κλουβιά

Δεν είμαι παρά μόνο ένα παιδί
που μεγάλωσε σε ζούγκλες
μ' αγριοτριανταφυλλιές
κι αγριόχορτα
κι ένα ζευγάρι ξυλένια τσόκαρα

Δεν είδα παρά μόνο κακία
σ' αυτό τον κόσμο
που μοιάζει
μ' απέθαντο συρμό
γοερό
με φανάρι σβηστό
και πόρτα που τρίζει

Κι αγάπη σκληρή
απαιτητική
που έδινε για να πάρει
παζάρι δηλαδή...
μα ας είναι κι έτσι.

Μ' έμαθαν να προσέχω,
μην πέσεις -μήν πέσω,
ν' ακούω,
μα να μην αντιλαμβάνομαι
να μιλάω,
μα να μην ακούγομαι
να γελάω,
μα να μην το 'φχαριστιέμαι

ΝΑ ΘΕΛΩ
μ' έμαθαν να θέλω
και ω!- να παίρνω αυτό που θέλω
αυτό μ' έμαθαν.

Δεν είμαι παρα μόνο ένα ζώο
που μεγάλωσε σε ζούγκλες
ανθρώπινες.
Μ' ένστικτα λυγδιασμένα
και φίμωτρα στυγνά
γυαλιά σκονισμένα -
θρύψαλα.


Πουλιά εγκλωβισμένα σε κλουβιά.

αΘηνά.