Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Σ'άλλη διάσταση

Κλείνεις τα μάτια κι αφήνεσαι στην ταξιδιάρικη αίσθησή της.
Βρίσκεσαι σ' άλλη διάσταση.
Ακούς μόνο την ανάσα της και την ανάσα σου.
Μόνο τον χτύπο της καρδιά σου και τον ρυθμικό βόμβο απ' το κύμα της.
Είστε ένα.
Στα σφαλισμένα σου βλέφαρα προβάλλεται το φωτισμένο σκοτάδι που διαταράσσεται μόνάχα απ' αυτές τις γνώριμες καυτές κόκκινες λάμψεις.
Σαν φλεγόμενα άστρα ή κόκκινοι ήλιοι.
Πάλι την ακούς ν' αναπνέει.
Βρίσκεσαι σ' άλλη διάσταση.
Και το μόνο που γεύεσαι είναι η αλμύρα της καθώς γλείφεις τα χείλη σου.
Την αφήνεις να σε οδηγήσει εκείνη.
Στο άπειρο.
Για λίγες στιγμές τίποτα δεν έχει αλλάξει κι όλα είναι αλλιώς.
Γιατί βρίσκεσαι σ' άλλη διάσταση.


αΘηνά.
Painting: Slaveship, Turner

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Μονόφθαλμη

Κι όλα μπαίνουν τακτικά, ένα-ένα στο κουτί μας, αγάπη μου.
Κι είναι παράξενο.
Είναι παράξενο να 'χει κανείς τόση πολλή αγάπη να δώσει...
Και να μην έχει πού, να τη δώσει.
Να 'χει τόση πολλή φροντίδα και στοργή που στο τέλος να γίνονται βάσανο.
Να γυρνάνε χείμαρρος πάνω του, μέσα του, και να του γδέρνουν τα σωθικά.

Η αγάπη, είναι αγάπη μόνο όταν ο άλλος τη δέχεται έτσι.
Σαν αγάπη.
Μόνο αν την έχει ανάγκη και θέλει να την δεχθεί.

Όχι, όχι, λάθος.
Πάντα δεχόμαστε την αγάπη.
Οποιοδήποτε είδος της είναι ευπρόσδεκτο.
Ανεπιθύμητη γίνεται, όταν ξέρουμε πως πρέπει να την ανταποδώσουμε, μα δεν έχουμε καμία πρόθεση να το κάνουμε.
Και να που η αγάπη, γίνεται καταπίεση.
Όταν γίνεται μονόπλευρη.
Μονόφθαλμη.
Κι ύστερα γίνεται τυφλή.

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Μην μ'αφήσεις ξανά

Νιώθω τον σφυγμό μου να χτυπά στις φλέβες μου.
Είναι γρήγορος και μου μουδιάζει τα δάχτυλα.
Κι αναρωτιέμαι πώς μπόρεσες ;
Πώς μπόρεσες να μ' αφήσεις μόνη μου ;
Μέσα στην απάνθρωπη νύχτα ;
Μέσα σ' αυτή την αιμοσταγή ζούγκλα ;
Και τώρα περπατώ ξανά βήμα-βήμα.
Τα πόδια μου πονάνε και τα μηνίγγια μου βαράνε,
σαν εξωφρενικά ταμπούρλα.
Μια φράση κατακλύζει την σκέψη μου.
Γράφεται με μεγάλα γράμματα στο κέντρο του μυαλού μου.
Και αναβοσβήνει σαν κόκκινη νέον επιγραφή.
ΣΕ ΣΙΧΑΙΝΟΜΑΙ
Κι όσο προχωράω η ανάσα μου πιάνεται και ραγίζει.
Πριν το καταλάβω τα ματιά μου γεμίζουν μ' εφιαλτικά θολά φώτα,
που πηγαινοέρχονται υστερικά.
Πρωτού τα χοντρά δάκρυά μου κυλήσουν στα μάγουλά μου.
Πνίγομαι.
Σε σιχαίνομαι και πνίγομαι.
Πώς μπόρεσες να μ' αφήσεις μόνη ;
Ο εγωισμός μας απλώνεται πάνω απ' την πόλη σαν αγιάζι
Μα δεν είν' αυτό που με σκοτώνει.
Με μαχαιρώνει πισώπλατα, η απάθειά σου.
Πώς μπορεί να μην σε νοιάζει ;
Δεν έχω την αίσθηση του προσανατολισμού,
του χώρου και του χρόνου.
Νιώθω πως χάνω και το ένστικτο της επιβίωσης μου.
Ξέρω πιά πως βαδίζω λάθος μα προχωρώ σταθερά.
Δεν ξέρω που αλλού να πάω, πέρα απ' το λάθος.
Οι δυνάμεις μου μ' εγκαταλείπουν.
Κάθομαι κατάχαμα.
Η μόνη αίσθηση που έχω είναι η παραίσθηση.
Πετάγομαι στο παραμικρό θρόισμα.
Ο φόβος μ' έχει καταλάβει.
Πού βρίσκομαι ;
Δεν ξέρω πόση ώρα έχει περάσει.
Στέκομαι τώρα στην μέση του "πουθενά" .
Το φως της λάμπας μοιάζει απόκοσμα κίτρινο.
Ο χώρος γύρω μου είναι τόσο ξένος.
Μοιάζει μ' εφιαλτικό σκηνικό, αλλά δεν ξυπνάω.
Από πού ήρθα ;
Γιατί δεν έρχεσαι να με πάρεις πίσω ;
Γιατί δεν έχεις βγεί ακόμη στους δρόμους να μ' αναζητήσεις ;
Έχει κοπεί η φωνή μου.
Για στιγμές νομίζω πως κόβεται κι η αναπνοή μου.
Γιατί με άφησες μόνη ;
Δεν ξέρω πόση ώρα μετά αποφάσιζω να θυμηθώ πως έφτασα ως εδώ.
Αρχίζω να προχωρώ αντίστροφα.
Τα πόδια μου τρέμουν.
Ρίγη διαπερνούν το κορμί μου.
Τα δάχτυλα των χεριών μου έχουν παγώσει,
αρνούνται να κάνουν την παραμικρή κινηση
Αυτοκίνητα γύρω μου σφυρίζουν,
τα αγνοώ σαν σε παράλληλο σύμπαν και προχωρώ.

Ξαφνικά ξεσπιέμαι.
Σποραδικά άνθρωποι γύρω μου πάλι.
Τα πόδια μου τρέμουν πιο πολύ τώρα.
Το τηλέφωνό μου καλεί.
"Έλα να με πάρεις."
Στο στήθος νιώθω ένα κενό.
Εκεί που πριν ένιωθα ασφάλεια κι αγάπη.

Μην με αφήσεις ξανά μόνη!
Μην με αφήσεις ξανά μόνη.

Μην με αφήσεις ξανά...