Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Οιδιπόδειο σύμπλεγμα

The Klezmatics - Doyna

Έτοιμα να βρέξουν ήταν τα μάτια του σήμερα.
Τόσο αντιστάθηκαν στον υετό,
που ράγισαν οι αμφιβληστροειδείς τους χιτώνες.
Μίλησε λίγο για σμήνη φθινοπώρων.
Πάνε κι έρχονται είπε, αποδημητικά πουλιά.

Έρχεται πάντα ο καιρός που μαζεύουν τα μήλα.
Ακόμα και στους Κήπους της Εδέμ.
Εύες και διαμάντια υφασμένα
σ' ομόκεντρα κεντήματα οργάντζας,
λίγες ακόμα ψευδαισθήσεις ολομέταξης έξωσης.

Μηδενίζω σε κάθε σου άγγιγμα.
"Επαναφορά εργοστασιακών ρυθμίσεων. 
Πιέστε το πλήκτρο με τη δίεση..."
Το πλήκτρο με την ελάχιστη απόφαση.
"...Βρίσκεται κάτω απ' το εννέα."
Κάτω απ' το τετράχορδο όνομά σου,
αντίστιξη ξεθωριασμένων συνευρέσεων.

Μόνο που τώρα δεν μ' αγγίζεις πια,
Μεγάλωσα.
Κι έτσι, δες με, πολλαπλασιάζομαι.
Διαιρούμαι.
Αμοιβάδα αυθύπαρκτη.
Μια ευτελής διαιώνιση οδύνης.

Η ορμή της θάλασσας,
Ο γιος μου.
Η θύελλα της καταιγίδας,
Ο γιος μου,
Ο φθόνος, ο θυμός,
Ο γιος μου.
Η ζήλια, ο φόνος,
Ο γιος μου.

Κέρσορας π' αναβοσβήνει στ' άγραφο κεφάλι μου
Δείχνει το βελάκι στην έξοδο, πράσινο, καχεκτικό.

Κι αφότου έφυγες,
κοιμήθηκα τρεις μέρες και τρεις νύχτες.
Αόριστος, χρόνος ημιζωής.
Ξύπνησα κι είχαν χαθεί τ' αστέρια.
Είχαν αλλάξει θέση οι αστερισμοί.
Πουθενά της θάλασσας τ' αστέρι,
ούτε του Ωρίωνα το στιβαρό κορμί.
Με θολές συρμάτινες κλωστές
κρέμεται τώρα ο κόσμος απ' τα δυό σου χείλη.
Εκπυρσοκρότησε η απουσία σου,
μικρές αιμοβόρες στάσεις της σελήνης.

Άκουσα το γέλιο σου να πέφτει
απ' τον τέταρτο στο κενό.
Αυτόχειρη κοροϊδία.
Κι άκουσα τη φωνή μου να σου λέει
για τους γιους που γέννησα την νύχτα εκείνη,
και για 'κείνον τον ένα,
τον ένα που 'χω τώρα.
Εκείνον π' αποκτήθηκε.
Κι αποκτηνώθηκε.
Κι ακούω τον αντίλαλο απ' το γέλιο σου.
Γελάς.
Γκρεμίζεσαι.

[Γράφω, λέει, λάθος το πολύ.
Το γράφω πιότερο.]
Χασμωδίες ερέβους τα λόγια σου,
ανείπωτα καράβια,
λαθραίες λέξεις στ' αμπάρια.
Στήνουν χορό στο φτωχό μου, πένθιμο κεφάλι.
Πάψτε το σάλαγο.
Σκίστε τα πανιά.
Βάψτε το πιόμα μαύρο.
Το μοιρολόι παίξτε του οδυρμού.
Γιο έχασα.
Γιο έχω.

αΘηνά.


[Waldemar Strempler]

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Διάσειση

Φτηνά τσιγάρα - Παναγιώτης Καλαντζόπουλος

Κάτι βράδια σαν κι αυτό, την βλέπω.
Προβάλλεται, τεράστιες σκιές, στις απέναντι τέντες.
Μοιάζει στοιχειωμένη.
Την αναγνωρίζω, δεν γίνεται να κάνω αλλιώς.
Είναι η αγάπη.
Πώς μάθαμε να μισούμε τόσο ;
Άγνωστο.
Τότε εύχομαι να 'χα αμαρτήσει πιο πολύ.
Να 'χα αγαπήσει πιο πολύ.
Μέσα απ' την αμαρτία έρχεται κι η σύμπνοια-
είναι φορές που αγαπάς από ταύτιση,
είναι κι αυτό μια κάθαρση.
Μα δεν ξέρω αν είναι το ζητούμενο. 

Ήρθαν πάλι.
Μαζί τους, και 'κείνη η έκτακτη επαλήθευση του χάους -
κατηγορούμενη σε υδρόγεια κάθειρξη
και έπειτα, τέρμα.
Πετάς, παραδομένη στη βαρύτητα.
Πατάς απαλλαγμένη από κάθε τύψη.
Χαζεύεις την προσγείωση.
Ακούς τις ρόδες της ανυπαρξίας να τρεκλίζουν
στ' οδόστρωμα της χαύνωσης.
Ήρθαν πάλι.
Στοίβα οι λογαριασμοί και τα διαφημιστικά
κάτω απ' την πόρτα.
Φρούτα, σάπια στο ψυγείο-
έτσι κι αλλιώς τα προτιμάς κομπόστα.

Αναρωτιέσαι αν μετάνιωσες στ' αλήθεια
για 'κείνο το βροχερό βράδυ του Γενάρη ;
Για 'κείνο του Δεκέμβρη ;
Για όλα τ' άλλα ;
Για 'κείνο το ψέμα που είπες ;
Ή για 'κείνη την αλήθεια ;
Δεν υπάρχει εξιλέωση για τα κρίματα της κάμπιας,
προτού γίνει πεταλούδα.
Στην ομορφιά συγχωρούνται όλα ευκολότερα.
Υπάρχει άραγε μια χούφτα αγάπη και για σένα ;
Μέσα σε 'σένα ;

Συλλογίζομαι την νύχτα εκείνη,
που η προσευχή σου,
εξοστρακίστηκε στο ταβάνι-
και σε χτύπησε στο μάτι.
Τίποτα δεν αντιλήφθηκες.
Παρά μόνο το πρωί, κοίταζες μ' απορία
το μικρό αιμάτωμα στην κόρη του καθρέφτη.
Μόνο εγώ βλέπω τις νύχτες τα όνειρα
να αιωρούνται ως το ταβάνι,
σε άυλα σύννεφα, σαν κόμικς.
Την ώρα που σκύβει, πάχνη, η αυγή
και φιλάει τα βλέφαρα της νύχτας,
αρχίζουν να σκάνε σιωπηλά ένα, ένα
σαν γιγάντιες σαπουνόφουσκες ματαίωσης.
Άλλη μια παράλληλη νύχτα.
Να το ξέρεις,
Δεν ξεδιψάει με τον ύπνο η ανάγκη να ονειρεύεσαι. 

Αν θες να γίνεις ποιητής, αυτοτυφλώσου.
Μόνο έτσι θα νιώσεις κάθε σπόρο στο δέρμα της φράουλας
και θ' ακούσεις κάθε νότα απ' τη συμφωνία
που παίζουν στα τζάμια οι σταγόνες της βροχής.
Μόνο έτσι θ' ακούσεις το χρώμα απ' τ' αρώματα.
[Κόκκινο τ' άρωμα π' αναδύουν τα μαλλιά σου.
Λα ματζόρε.]

Αν θες να γίνεις άνθρωπος, είν' απλό,
Αγάπησε.
Τον τρόπο που χαράζει το φως, τον σκοτεινό δρόμο
που πάντα προσπερνάς σκυφτός.
Τους επιβάτες στα λεωφορεία.
Την ψύχρα τα φθινοπωρινά απογεύματα.
Την ψύχρα στις άβολες συναντήσεις.
Αγάπα την κι ύστερα ξερίζωσέ την.
Τους ψιθύρους στο θρόισμα των φύλλων.
Τον γείτονα που σ' ανοίγει την πόρτα του ασανσέρ
και 'κείνον που τρέχει να το προφτάσει πριν από 'σένα.
Τα όμορφα μαλλιά της, τα χτενίζει στ' απέναντι μπαλκόνι.
Κι εκείνο τ' αβίαστο χαμόγελο του.
Τα καπνισμένα χέρια του.

Ανάβει κι η σελήνη απόψε αποκαρδιωμένη,
φυσάει κι άντε να μαζέψω τις κατακερματισμένες σκέψεις μου.
Γυρνάνε οι σελίδες, με δυσκολία μαζεύω τις λέξεις
που σκορπίζουν κάθε τόσο στη βεράντα.
Μήτε κι αυτές θέλουν να ειπωθούν με τόσο φως.
Γράφονται κι αληθεύουν,
λέγονται κι αποκτούν υπόσταση.
Κάποιες ξεφεύγουν, τις βλέπω για λίγο να στροβιλίζονται
στο αχνό φως της λάμπας του δρόμου.
Αναρωτιέμαι σε ποιο μπαλκόνι θα λουφάξουν
χώρια οι τελείες και τα κόμματα,
χώρια τα ερωτηματικά και τα γιατί,
χώρια τα ή, τα διαζευκτικά.

Πόσα φιλιά χωράνε στο λαιμό σου ;
Μήτε μια φορά δεν κατάφερα να τα μετρήσω όλα.
Σε πόσα δάχτυλα μετριέται ο πόθος ;
Μήτε που μου 'φτασαν ποτέ.
Μετράω μόνο σβησμένες μέρες
σ' αυτοσχέδια τασάκια.
Μόνο μέρες αποτσίγαρα.
Κάφτρες τ' άστρα μου,
άστρα οι κάφτρες σου.
Ακούς ;

αΘηνά.