Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Ο τυχοδιώκτης βασιλιάς

Στ' απείρου τα μάτια που κοιτούσες
από μικρό παιδί, βαδίζες στη σιωπή
κι αφήνες πίσω σου σημάδια,
σκεφτόσουν να γυρίσεις πίσω
με τα παιδικάτα σου ν' ανταμωθείς ξανά,
καβάλα σ' άλογο της λήθης

Μα έπειτα τα μάτια σου βουρκώσαν,
και τον δρόμο σου θολώσαν
δεν γύρισες ακόμη
Μου 'παν πως σε είδαν
καπου να βασιλεύεις
μ' ένα γέλιο πίκρας στα χείλη

Και στο δείλι πέτρες να πετάς
στα μαλλιά σου, από χρυσάφι
στέκαν φίλοι κι ατενίζαν
της αλήθειας την ψευτιά.
Εκεί σε είδαν να βασιλεύεις
και τ' ονείρου τα συντρίμμια να πατάς

Κι άλλοι, στ' ανέμου τα σκαλιά
δάκρια απ' αμέθυστο να χύνεις
και τα παλάτια να βάφεις βιολετιά,
έπειτα λουλούδια να μαζεύεις
σε ανήλιαγη της γης στοά

Τα παλιά τα ρούχα σου σ' ενα σεντούκι,
στης θάλασσας τη λύσσα έριξες
σκοπό δεν είχες να γυρίσεις
τα "μεγαλεία" γιατί ν' αφήσεις ;
Σ' είδαν λέει να μανίζεις στα φεγγάρια
και πύρινα λόγια να μιλάς

Σε φιλντισένιες κάμαρες
να βρίσκεις βασιλιά μου τη χαρά
στης φτώχιας τα σοκάκια
μην τύχει και βρεθείς ξανά
και νοσταλγήσεις της αφάνειας
τα βδελυρά φτερά.

αΘηνά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου