Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Διάσειση

Φτηνά τσιγάρα - Παναγιώτης Καλαντζόπουλος

Κάτι βράδια σαν κι αυτό, την βλέπω.
Προβάλλεται, τεράστιες σκιές, στις απέναντι τέντες.
Μοιάζει στοιχειωμένη.
Την αναγνωρίζω, δεν γίνεται να κάνω αλλιώς.
Είναι η αγάπη.
Πώς μάθαμε να μισούμε τόσο ;
Άγνωστο.
Τότε εύχομαι να 'χα αμαρτήσει πιο πολύ.
Να 'χα αγαπήσει πιο πολύ.
Μέσα απ' την αμαρτία έρχεται κι η σύμπνοια-
είναι φορές που αγαπάς από ταύτιση,
είναι κι αυτό μια κάθαρση.
Μα δεν ξέρω αν είναι το ζητούμενο. 

Ήρθαν πάλι.
Μαζί τους, και 'κείνη η έκτακτη επαλήθευση του χάους -
κατηγορούμενη σε υδρόγεια κάθειρξη
και έπειτα, τέρμα.
Πετάς, παραδομένη στη βαρύτητα.
Πατάς απαλλαγμένη από κάθε τύψη.
Χαζεύεις την προσγείωση.
Ακούς τις ρόδες της ανυπαρξίας να τρεκλίζουν
στ' οδόστρωμα της χαύνωσης.
Ήρθαν πάλι.
Στοίβα οι λογαριασμοί και τα διαφημιστικά
κάτω απ' την πόρτα.
Φρούτα, σάπια στο ψυγείο-
έτσι κι αλλιώς τα προτιμάς κομπόστα.

Αναρωτιέσαι αν μετάνιωσες στ' αλήθεια
για 'κείνο το βροχερό βράδυ του Γενάρη ;
Για 'κείνο του Δεκέμβρη ;
Για όλα τ' άλλα ;
Για 'κείνο το ψέμα που είπες ;
Ή για 'κείνη την αλήθεια ;
Δεν υπάρχει εξιλέωση για τα κρίματα της κάμπιας,
προτού γίνει πεταλούδα.
Στην ομορφιά συγχωρούνται όλα ευκολότερα.
Υπάρχει άραγε μια χούφτα αγάπη και για σένα ;
Μέσα σε 'σένα ;

Συλλογίζομαι την νύχτα εκείνη,
που η προσευχή σου,
εξοστρακίστηκε στο ταβάνι-
και σε χτύπησε στο μάτι.
Τίποτα δεν αντιλήφθηκες.
Παρά μόνο το πρωί, κοίταζες μ' απορία
το μικρό αιμάτωμα στην κόρη του καθρέφτη.
Μόνο εγώ βλέπω τις νύχτες τα όνειρα
να αιωρούνται ως το ταβάνι,
σε άυλα σύννεφα, σαν κόμικς.
Την ώρα που σκύβει, πάχνη, η αυγή
και φιλάει τα βλέφαρα της νύχτας,
αρχίζουν να σκάνε σιωπηλά ένα, ένα
σαν γιγάντιες σαπουνόφουσκες ματαίωσης.
Άλλη μια παράλληλη νύχτα.
Να το ξέρεις,
Δεν ξεδιψάει με τον ύπνο η ανάγκη να ονειρεύεσαι. 

Αν θες να γίνεις ποιητής, αυτοτυφλώσου.
Μόνο έτσι θα νιώσεις κάθε σπόρο στο δέρμα της φράουλας
και θ' ακούσεις κάθε νότα απ' τη συμφωνία
που παίζουν στα τζάμια οι σταγόνες της βροχής.
Μόνο έτσι θ' ακούσεις το χρώμα απ' τ' αρώματα.
[Κόκκινο τ' άρωμα π' αναδύουν τα μαλλιά σου.
Λα ματζόρε.]

Αν θες να γίνεις άνθρωπος, είν' απλό,
Αγάπησε.
Τον τρόπο που χαράζει το φως, τον σκοτεινό δρόμο
που πάντα προσπερνάς σκυφτός.
Τους επιβάτες στα λεωφορεία.
Την ψύχρα τα φθινοπωρινά απογεύματα.
Την ψύχρα στις άβολες συναντήσεις.
Αγάπα την κι ύστερα ξερίζωσέ την.
Τους ψιθύρους στο θρόισμα των φύλλων.
Τον γείτονα που σ' ανοίγει την πόρτα του ασανσέρ
και 'κείνον που τρέχει να το προφτάσει πριν από 'σένα.
Τα όμορφα μαλλιά της, τα χτενίζει στ' απέναντι μπαλκόνι.
Κι εκείνο τ' αβίαστο χαμόγελο του.
Τα καπνισμένα χέρια του.

Ανάβει κι η σελήνη απόψε αποκαρδιωμένη,
φυσάει κι άντε να μαζέψω τις κατακερματισμένες σκέψεις μου.
Γυρνάνε οι σελίδες, με δυσκολία μαζεύω τις λέξεις
που σκορπίζουν κάθε τόσο στη βεράντα.
Μήτε κι αυτές θέλουν να ειπωθούν με τόσο φως.
Γράφονται κι αληθεύουν,
λέγονται κι αποκτούν υπόσταση.
Κάποιες ξεφεύγουν, τις βλέπω για λίγο να στροβιλίζονται
στο αχνό φως της λάμπας του δρόμου.
Αναρωτιέμαι σε ποιο μπαλκόνι θα λουφάξουν
χώρια οι τελείες και τα κόμματα,
χώρια τα ερωτηματικά και τα γιατί,
χώρια τα ή, τα διαζευκτικά.

Πόσα φιλιά χωράνε στο λαιμό σου ;
Μήτε μια φορά δεν κατάφερα να τα μετρήσω όλα.
Σε πόσα δάχτυλα μετριέται ο πόθος ;
Μήτε που μου 'φτασαν ποτέ.
Μετράω μόνο σβησμένες μέρες
σ' αυτοσχέδια τασάκια.
Μόνο μέρες αποτσίγαρα.
Κάφτρες τ' άστρα μου,
άστρα οι κάφτρες σου.
Ακούς ;

αΘηνά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου