Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Ερωτικό Ι

Nick Cave & The Bad Seeds - Into My Arms

Σε περίμενα κι ο χειμώνας
άργησε να 'ρθει.
Σε περίμενα κι ο Νοέμβρης
ήρθε γρήγορα.

Έκλεισα τα μάτια
να κρατήσω κάθε στιγμή σου
στο κεφάλι μου.
Άνοιξα διάπλατα τα χέρια
να αγγίξω κάθε σου κύτταρο.
Έπλεξα στην αγκαλιά σου
κάθε μου ελπίδα.
Κάθε μου στεναγμός,
κάθε ανάσα μου,
σκίρτησαν να ανταμώσουν
το φως της ύπαρξης σου.
(Το  φως απ' το σκοτάδι σου,
σμιλεύει τις αισθήσεις μου
σ' ένα απύθμενο χορό.)

Πεινάω ακόμη τα χέρια σου.
Ακόμη λαχταρώ
την ύστατη στιγμή σου.
Διψάω ακόμη την ανάσα σου.
Η προσμονή σου, μ' άφησε
τη γλύκα της πρόωρης ανάγκης,
αυτής που υπήρξε μέσα μου
πριν να υπάρξει η σάρκα,
προτού να μετουσιωθεί
η ύλη μου.
Αίμα, νερό, φιλί.
Είμαι.

Αναπνέω κάθε βλέμμα.
Ξέχασες εδώ κάτι ματιές.
Καίνε ακόμα.
Έχεις μαζί σου κάτι νότες,
κάτι παραμορφωμένες,
άυλες, χορευτικές κινήσεις,
κάτι εκστατικά βήματα στις τσέπες σου.
Άφησες εδώ κάτι ποτήρια γεμάτα
ανάγκη,
γέμισες τις χούφτες σου,
κάθε κόκκος δισταγμού
σκόρπισε στο αστραφτερό
πέρασμά σου.

Μια ζάλη μέθυσε το φόβο μου,
ξελόγιασε τις άμυνες μου,
αιθυλικός μύστης του Έρωτα,
σφράγισες κάθε πύλη
για τα εγκόσμια.
Δεν μου απέμεινε
μήτε μια σκέψη,
δίχως Εσύ.
Μήτε ένας λόγος,
να μην του ρίχνεις την σκιά σου
σαν κουρσεύεις τη σκέψη μου.

Λάφυρό σου η σκέψη μου, πνοή μου
Χάρισμα σου η μοναδική
εντύπωση που πρόφτασα.
Τί είπες ;
Νύχτωσε ;
Όχι.
Δεν νυχτώνει πια.
Δεν ανατέλλει
ο ήλιος,
αφού άλλαξε κέντρο το σύμπαν.
Δεν του πρέπει πια αλάτι.
Δεν ξεδιψάει πια το νερό
τα τραχιά μου χείλη.

Δάνεισε μου ένα ηλιοβασίλεμα
απ' το παράθυρό σου,
Μια άπιαστη των ματιών σου στιγμή,
από κείνες που ξέμειναν
στην άκρη των βλεφάρων σου,
μια τρίχα απ' τα μαλλιά σου,
απ' αυτές που πέφτουν στο χαλί
κι ύστερα ξεκινούν
το αέναο ταξίδι τους στον άνεμο.

Σε ποιόν θεό να πιστεύεις τώρα ;
Τί χρώμα αναζητάει το βλέμμα σου ;
Ξέρω πως είδαμε μαζί μυριάδες χρώματα,
Περάσαμε στην άτεγκτη διάσταση,
την ανέξοδη,
οι τοίχοι της είναι καθρέφτινοι
και κοστίζει
μοναχά πολύτιμες στιγμές
αγγίγματα, χάδια,
φιλήματα.

Ένα βλέφαρο που πέφτει στο έδαφος,
μια ματιά που αγοράζει τη λήθη,
τρία τέταρτα απ' το γυαλί που σπάει,
που ρεμβάζει στην απλότητα του ήχου
του θραύσματος.
Στη στιγμή που κρύβεις τα μάτια
στις παλάμες σου
Ω! τα μάτια κι οι παλάμες σου,
Δεν έκαμα ποτέ μου ταξίδια πιο αγαπημένα
απ' αυτά.
Δεν σκαρφίστηκα ποτέ μου
ιστορίες καλύτερες
απ' το άρωμα π' αναδύουν τα μαλλιά σου.

Πώς περνάνε οι ώρες σου τώρα
που είσαι στην άκρη του κόσμου ;
Ποιά εγωιστική άκρια είν' αυτή
που δεν σ' αρνιέται,
που δεν σε σπρώχνει πίσω
στην γη της υπόσχεσης,
του νόστου ;
Πόση πλεονεξία χωράει,
η μικρή σου κάμαρα ;
Πόση Ανάγκη χωράει η δική μου ;

αΘηνά.


Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Εκκρεμές χειμέριου εθισμού

Tom Waits - Little Drop of  Poison

Μικρές ρωγμές στα στήθια της λήθης
Τ' απόγευμα μάτωσε πίσω απ' την Ακρόπολη
Κι ένα φως πανάρχαιο κουρνιάζει στους ξεφτισμένους τοίχους
Μια βόλτα στο κέντρο,
Χυμάνε τα μαλλιά στους ώμους σου.
Δυό άστρα πεθαίνουν στα μάτια σου.
Κοιτάς, κι η ματιά σου μιλά-
μια θλίψη προαιώνια,
Σαν ελιά, σαν μαίανδρος.
Απορροφάς όλο το φως,
Αντανάκλαση ερέβους.
Ένα φάσμα απόκοσμο.

Δυο μέρες πριν γεννηθείς,
Σε συνάντησα.
Τυχαία.
Σ' ένα cafe λευκό, στην Αιόλου.
Με κοίταξες μ' όλο το φως και το σκοτάδι σου.
Δεν μου μίλησες.
Πλήρης πλανητική μετατόπιση γύρω απ' το χάρτη σου.

Συναντιόμαστε συχνά τελευταία...
Λες και μένουμε στην ίδια γειτονιά.
Σαν να συχνάζουμε στα ίδια μέρη.
Συναντιόμαστε.
Εσύ δεν μιλάς.
Εγώ δεν τολμάω.
Πού λόγια μέσα στην φωσφορική έκλειψη του λευκού σου,
Μέσα στην πηχτή δίνη των ματιών σου.
Αρκούμαι να σε κοιτάζω για λίγο-
Μέχρι να χαθείς σε μια ανελέητη στροφή του παρακάτω δρόμου
Στ' αμείλικτο βάθος τ' αχανούς ορίζοντα
Στην μονόπρακτη φαιδρότητα απ' την άχλη της αυλαίας που σε κυκλώνει.
Στις στάχτες της ανεπανόρθωτης ερημιάς σου.

Υπνωτισμένη απ' τη χάρη σου
Ακολουθώ και το τελευταίο χάδι της νύχτας στα μαλλιά σου.
Απούσα κι ολόφωτα σκοτεινή-
Περιμένεις μέσ' απ' το illustration χαρτί
Σελίδα 216.
Καθισμένη σε μια μπάρα στην οδό Κολοκοτρώνη
Τόσο οικεία και τόσο μακρινή...

υ.γ.  Σε "συνάντησα" κάπου τυχαία:
«Σὲ κοίταζα μ᾿ ὅλο τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι ποὺ ἔχω» | Θερινό Ηλιοστάσι, Γ. Σεφέρης

αΘηνά.