Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Συνωνυμία


Χαϊδεύω την απουσία σου.
Να σωπάσεις.
Να κοπάσεις.
Βγάζω τα υποθετικά ακουστικά σου,
Τις ασημένιες ωτοασπίδες σου.
Άκου, χόρτασε.
Πότισε την μνήμη σου
Πώς θες ν' ανθίσει ;

Ένα επίμονο σύριγμα,
συνεχόμενη τραγωδία
δίχως κάθαρση,
δίχως λύση.
Μόνο νερό που επιστρέφει.
Μόνο φαύλοι κύκλοι ακούραστοι.
Φαύλοι κύκλοι που στάζουν απληστία.
Ύβρεις αδιάκοπες.

Πού είσαι απόψε ;
Χορεύεις κάπου.
Κοιμάσαι κάπου.
Λέξεις, που μουσκεύουν ως το κόκκαλο.
Αμέτρητες υδάτινες κουρτίνες ως εσένα.
Αν ήμουν γάτα θα τις σκαρφάλωνα,
ώσπου να σε φτάσω.
Αν ήμουν γάτα θα φοβόμουν το νερό.
Θα 'χα κρυφτεί κάτω απ' το υπόστεγο
της άτης,
γράφει με θολά σκουριασμένα γράμματα:
Όσα δεν θα κάνεις ποτέ.

Σε πλησιάζω όταν βρέχει.
Ο στατικός ηλεκτρισμός θα φταίει.
Κατηγορώ τις εκκενώσεις.
Και τη βροχή.
Πιο απτή απ' το τίποτα.
Λιγότερο ανύπαρκτη απ' τον αέρα.
Πιο σκληρή.
Ποτέ μην βασίζεσαι στη βροχή. 
Πώς να την πιάσεις ;

Κι είναι και κείνο...
Μοιάζει με την ευτυχία
Πέφτει στο  πρόσωπό σου σε στάλες.
Κι ειν' αυτό.
Τί ψάχνεις άλλο ;
Έτσι τη γεύεσαι.
Σταγόνες.
Κι εκεί που υποφέρεις από λειψυδρία,
Ευτυχία. Βροχή. Συνωνυμία. 
Πόσο κρατάει μια μπόρα ξαφνική ;
Δεν ξέρω εκεί στα μέρη σου που όλο βρέχει...
Εδώ λίγες στιγμές, λίγες ώρες,
σαν όνειρο,
σαν τιμωρία.
Ξυπνάς το πρωί κι έχει στεγνώσει ο κόσμος,
το κράσπεδο,
το μάγουλο,
το μαξιλάρι.
Τίποτα δε μαρτυρά πως πέρασε τη νύχτα της,
ξεκάλτσωτη, στη γειτονιά σου.

Μονάχα η άνοιξη.
Κάνε λιγάκι υπομονή.

αΘηνά.



Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Οιδιπόδειο σύμπλεγμα

The Klezmatics - Doyna

Έτοιμα να βρέξουν ήταν τα μάτια του σήμερα.
Τόσο αντιστάθηκαν στον υετό,
που ράγισαν οι αμφιβληστροειδείς τους χιτώνες.
Μίλησε λίγο για σμήνη φθινοπώρων.
Πάνε κι έρχονται είπε, αποδημητικά πουλιά.

Έρχεται πάντα ο καιρός που μαζεύουν τα μήλα.
Ακόμα και στους Κήπους της Εδέμ.
Εύες και διαμάντια υφασμένα
σ' ομόκεντρα κεντήματα οργάντζας,
λίγες ακόμα ψευδαισθήσεις ολομέταξης έξωσης.

Μηδενίζω σε κάθε σου άγγιγμα.
"Επαναφορά εργοστασιακών ρυθμίσεων. 
Πιέστε το πλήκτρο με τη δίεση..."
Το πλήκτρο με την ελάχιστη απόφαση.
"...Βρίσκεται κάτω απ' το εννέα."
Κάτω απ' το τετράχορδο όνομά σου,
αντίστιξη ξεθωριασμένων συνευρέσεων.

Μόνο που τώρα δεν μ' αγγίζεις πια,
Μεγάλωσα.
Κι έτσι, δες με, πολλαπλασιάζομαι.
Διαιρούμαι.
Αμοιβάδα αυθύπαρκτη.
Μια ευτελής διαιώνιση οδύνης.

Η ορμή της θάλασσας,
Ο γιος μου.
Η θύελλα της καταιγίδας,
Ο γιος μου,
Ο φθόνος, ο θυμός,
Ο γιος μου.
Η ζήλια, ο φόνος,
Ο γιος μου.

Κέρσορας π' αναβοσβήνει στ' άγραφο κεφάλι μου
Δείχνει το βελάκι στην έξοδο, πράσινο, καχεκτικό.

Κι αφότου έφυγες,
κοιμήθηκα τρεις μέρες και τρεις νύχτες.
Αόριστος, χρόνος ημιζωής.
Ξύπνησα κι είχαν χαθεί τ' αστέρια.
Είχαν αλλάξει θέση οι αστερισμοί.
Πουθενά της θάλασσας τ' αστέρι,
ούτε του Ωρίωνα το στιβαρό κορμί.
Με θολές συρμάτινες κλωστές
κρέμεται τώρα ο κόσμος απ' τα δυό σου χείλη.
Εκπυρσοκρότησε η απουσία σου,
μικρές αιμοβόρες στάσεις της σελήνης.

Άκουσα το γέλιο σου να πέφτει
απ' τον τέταρτο στο κενό.
Αυτόχειρη κοροϊδία.
Κι άκουσα τη φωνή μου να σου λέει
για τους γιους που γέννησα την νύχτα εκείνη,
και για 'κείνον τον ένα,
τον ένα που 'χω τώρα.
Εκείνον π' αποκτήθηκε.
Κι αποκτηνώθηκε.
Κι ακούω τον αντίλαλο απ' το γέλιο σου.
Γελάς.
Γκρεμίζεσαι.

[Γράφω, λέει, λάθος το πολύ.
Το γράφω πιότερο.]
Χασμωδίες ερέβους τα λόγια σου,
ανείπωτα καράβια,
λαθραίες λέξεις στ' αμπάρια.
Στήνουν χορό στο φτωχό μου, πένθιμο κεφάλι.
Πάψτε το σάλαγο.
Σκίστε τα πανιά.
Βάψτε το πιόμα μαύρο.
Το μοιρολόι παίξτε του οδυρμού.
Γιο έχασα.
Γιο έχω.

αΘηνά.


[Waldemar Strempler]

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Διάσειση

Φτηνά τσιγάρα - Παναγιώτης Καλαντζόπουλος

Κάτι βράδια σαν κι αυτό, την βλέπω.
Προβάλλεται, τεράστιες σκιές, στις απέναντι τέντες.
Μοιάζει στοιχειωμένη.
Την αναγνωρίζω, δεν γίνεται να κάνω αλλιώς.
Είναι η αγάπη.
Πώς μάθαμε να μισούμε τόσο ;
Άγνωστο.
Τότε εύχομαι να 'χα αμαρτήσει πιο πολύ.
Να 'χα αγαπήσει πιο πολύ.
Μέσα απ' την αμαρτία έρχεται κι η σύμπνοια-
είναι φορές που αγαπάς από ταύτιση,
είναι κι αυτό μια κάθαρση.
Μα δεν ξέρω αν είναι το ζητούμενο. 

Ήρθαν πάλι.
Μαζί τους, και 'κείνη η έκτακτη επαλήθευση του χάους -
κατηγορούμενη σε υδρόγεια κάθειρξη
και έπειτα, τέρμα.
Πετάς, παραδομένη στη βαρύτητα.
Πατάς απαλλαγμένη από κάθε τύψη.
Χαζεύεις την προσγείωση.
Ακούς τις ρόδες της ανυπαρξίας να τρεκλίζουν
στ' οδόστρωμα της χαύνωσης.
Ήρθαν πάλι.
Στοίβα οι λογαριασμοί και τα διαφημιστικά
κάτω απ' την πόρτα.
Φρούτα, σάπια στο ψυγείο-
έτσι κι αλλιώς τα προτιμάς κομπόστα.

Αναρωτιέσαι αν μετάνιωσες στ' αλήθεια
για 'κείνο το βροχερό βράδυ του Γενάρη ;
Για 'κείνο του Δεκέμβρη ;
Για όλα τ' άλλα ;
Για 'κείνο το ψέμα που είπες ;
Ή για 'κείνη την αλήθεια ;
Δεν υπάρχει εξιλέωση για τα κρίματα της κάμπιας,
προτού γίνει πεταλούδα.
Στην ομορφιά συγχωρούνται όλα ευκολότερα.
Υπάρχει άραγε μια χούφτα αγάπη και για σένα ;
Μέσα σε 'σένα ;

Συλλογίζομαι την νύχτα εκείνη,
που η προσευχή σου,
εξοστρακίστηκε στο ταβάνι-
και σε χτύπησε στο μάτι.
Τίποτα δεν αντιλήφθηκες.
Παρά μόνο το πρωί, κοίταζες μ' απορία
το μικρό αιμάτωμα στην κόρη του καθρέφτη.
Μόνο εγώ βλέπω τις νύχτες τα όνειρα
να αιωρούνται ως το ταβάνι,
σε άυλα σύννεφα, σαν κόμικς.
Την ώρα που σκύβει, πάχνη, η αυγή
και φιλάει τα βλέφαρα της νύχτας,
αρχίζουν να σκάνε σιωπηλά ένα, ένα
σαν γιγάντιες σαπουνόφουσκες ματαίωσης.
Άλλη μια παράλληλη νύχτα.
Να το ξέρεις,
Δεν ξεδιψάει με τον ύπνο η ανάγκη να ονειρεύεσαι. 

Αν θες να γίνεις ποιητής, αυτοτυφλώσου.
Μόνο έτσι θα νιώσεις κάθε σπόρο στο δέρμα της φράουλας
και θ' ακούσεις κάθε νότα απ' τη συμφωνία
που παίζουν στα τζάμια οι σταγόνες της βροχής.
Μόνο έτσι θ' ακούσεις το χρώμα απ' τ' αρώματα.
[Κόκκινο τ' άρωμα π' αναδύουν τα μαλλιά σου.
Λα ματζόρε.]

Αν θες να γίνεις άνθρωπος, είν' απλό,
Αγάπησε.
Τον τρόπο που χαράζει το φως, τον σκοτεινό δρόμο
που πάντα προσπερνάς σκυφτός.
Τους επιβάτες στα λεωφορεία.
Την ψύχρα τα φθινοπωρινά απογεύματα.
Την ψύχρα στις άβολες συναντήσεις.
Αγάπα την κι ύστερα ξερίζωσέ την.
Τους ψιθύρους στο θρόισμα των φύλλων.
Τον γείτονα που σ' ανοίγει την πόρτα του ασανσέρ
και 'κείνον που τρέχει να το προφτάσει πριν από 'σένα.
Τα όμορφα μαλλιά της, τα χτενίζει στ' απέναντι μπαλκόνι.
Κι εκείνο τ' αβίαστο χαμόγελο του.
Τα καπνισμένα χέρια του.

Ανάβει κι η σελήνη απόψε αποκαρδιωμένη,
φυσάει κι άντε να μαζέψω τις κατακερματισμένες σκέψεις μου.
Γυρνάνε οι σελίδες, με δυσκολία μαζεύω τις λέξεις
που σκορπίζουν κάθε τόσο στη βεράντα.
Μήτε κι αυτές θέλουν να ειπωθούν με τόσο φως.
Γράφονται κι αληθεύουν,
λέγονται κι αποκτούν υπόσταση.
Κάποιες ξεφεύγουν, τις βλέπω για λίγο να στροβιλίζονται
στο αχνό φως της λάμπας του δρόμου.
Αναρωτιέμαι σε ποιο μπαλκόνι θα λουφάξουν
χώρια οι τελείες και τα κόμματα,
χώρια τα ερωτηματικά και τα γιατί,
χώρια τα ή, τα διαζευκτικά.

Πόσα φιλιά χωράνε στο λαιμό σου ;
Μήτε μια φορά δεν κατάφερα να τα μετρήσω όλα.
Σε πόσα δάχτυλα μετριέται ο πόθος ;
Μήτε που μου 'φτασαν ποτέ.
Μετράω μόνο σβησμένες μέρες
σ' αυτοσχέδια τασάκια.
Μόνο μέρες αποτσίγαρα.
Κάφτρες τ' άστρα μου,
άστρα οι κάφτρες σου.
Ακούς ;

αΘηνά.


Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Η εποχή της λήθης

Astor Piazzolla - Oblivion

The mind, weak enough, entrapped into obscurity.
Plunged in eternal youth,
The heart, fool enough, abandoned the maturity.
Belatedly, both realize, that it was all untruth.

When I've surrender all my claims,
And I know, It was my flaws being chased.
I'm entering the oblivion ages,
Where nothings stops and nothing changes.

All our faults have been cashed away,
Rest in placid vaults, forever craved
Nicely covered dust, day by day,
The infinite glory is still enslaved.

The victim drowned in the Swan of lake,
while detecting a seabed's faded trace.
Then, every breath more hard to take.
Drenched steps, have sell the grace.

A hundred times, the light of hate,
diffuses your plethoric shapes.
Reaches the ridge you used to wait,
An empty embrace, your love escapes.

αΘηνά.


Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Ο μονόλογος.Μαζί σου. [Οne woman conversation]

{Comptine d'Un Autre Été - Yann Tiersen}

Τα πρόσωπα του "έργου"She

[She]: ...
So you're with someone...
Oh, well...
Ahm..That's great. I mean...it's great!
You know...I wish the best for you.

[She]: ...Right, you already know that. (She laughs slightly)
So...Do you want to...talk about it ?
Tell me how you're feeling and stuff ?

[She]: Me ? Oh, come on. It's all right for me.
(Pause - She turns and looks out of the window)
Well, to be honest, I don't know if it's actually all right, but...
You know. It's ok.
(Pause)
I mean, if you want to talk about it... It's ok...

[She]: Ok. Sure. Let's change that subject.

(Long Pause)
[She]: (She laughs slightly) I came here to meet you and I had so
many things in my mind. So many things to tell you.
And now...Nothing comes up!

[She]: About what ?
You know...Just random things about me and you. (Pause)
About how you make me feel.
(She abruptly, stops talking)

[She]: (She continues as abruptly, as she just had a flash)
Tell me about your trips!
You've visited many new places, didn't you ?

[She]: Tell me about the things that impressed you the most.
That...inspired you.

[She]: Well, that's great!
You know what ? I think that you fit into those places.
You fit well... You fit right here too...But you know...just saying.
(She smiles shyly)
I saw the pictures.
You seemed truly happy...

[She]: Considering...It's nice connecting places with pleasant
moments. That makes you wanna visit them again!
Just,  you know, to recall the happy memories.

[She]: Sorry ?
Why I'm not looking at you while discussing, all that time ?
Did I ? (She looks down)
Well, I don't know...(She hesitates)
You know...Sometimes I can't handle my glance.
My emotions are clearly reflected in her.
Anyhow...I didn't mean to make you feel uncomfortable or
something...
(Pause)
 I'm sorry. I'm sorry about that.

[She]: No. I can't.
I feel ashamed somehow about my glance right now.
It may be a bit over emotional. I'm sorry.
(She turns again at the window)

[She]: Yes, you're right.
No apologies.
I really have to work that whole "sorry" thing.
Sometimes it overcomes me.
(Pause)
(She laughs out loud)
It's stupid, I know! Precisely that moment, when I think that
I've got to stop apologising, there comes an invincible need to
apologize for the non-stop apologising!


[She]: Ha! That's a good question!
Why we're having this conversation in english, uh ?
I guess...Is it to improve my english ?
Or...I don't know...You told me once, that you like it when I
speak in english.
(Pause)
You made me want to do my best.

[She]: Yeah, in english...In everything.
That's important.
There are many people around me, who release my miserable "ego".
The whining one.
The pessimistic.
Mostly the sad one.
But...you put out my best.
You motivate me in some way.
Even if it comes to english, mathematics, communicating or
writing poems.
(She stops)
Oh Lord! I'm sorry, I don't know what's happening to me and I
say all these strange things.

[She]: That's right. I forgot about the apologies...
I'm talking all this time incessantly, while I was just saying
that you bring out the best of me.
Well, I think I failed that one too.


[She]: Oh yeah! Right! You gotta go, you have to catch the bus.
(She checks the time)...And you 'll be late...
(Long Pause)
So...Nice talking to you after so long...
Well... have a good night,
and...Good luck.


αΘηνά.


Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Barefoot

Imogen Heap - Hallelujah

«Δες» είπες, κι έδειξες χάμω,
«Ολόκληρος ο πολιτισμός μας,
ένα ζευγάρι παπούτσια.
Κι όλη η ελευθερία μας,
ένα ζευγάρι παπούτσια στο χέρι.
Όλη μας η ελευθερία, 
δυο πέλματα γυμνά. 
Ανένταχτα, απροσάρμοστα, σκληρά.»

«Σώνει και καλά να χωρέσουν τα πόδια μας 
σ' ένα ζευγάρι παπούτσια.
Κι όσο μεγαλώνουμε αλλάζουμε νούμερα.
36, 38, 41. 
Η ανάγκη μας γι' αριθμητική,
πιο μεγάλη από οποιαδήποτε άλλη.»

Μόνο γυμνός επιστρέφεις. 
Το ξέρεις. 
(Όμως ξοδεύεσαι ντυμένος).

«Κι όλου του κόσμου η αλήθεια, 
δυο σώματα, γυμνά ιδρωμένα, 
κάποια καλοκαιρινή βραδιά.»

Η αλήθεια πουλήθηκε.
Πλαγιάζοντας δίπλα στο ψέμα.
Ακροβατεί παραδομένη.
Ρημάζει το ένα έχω μετά το άλλο.

«Δεν μου 'μαθε κανείς αυτά που πρέπει. 
Εκείνα πρέπει να τα μάθω μόνη.»
Πρέπει.
Πρέπει.
Πρέπει.
Πρωτοφανής προέκταση Προκρούστη.
Προσεχής προωθημένη προπαγάνδα.


Μόνη μας ελευθερία ο Έρωτας.
Και του φοράμε παπούτσια.
Αθλητικά.
Να τρέξει, όσο πιο γρήγορα μπορεί.
Να φύγει μακριά μας.

αΘηνά.


Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Τα χνάρια τ' ανέμου

Moonlight Mile - Rolling Stones

Μιάμιση ώρα, στην αρχή.
Μιά μέρα, ύστερα.
Δυό.
Τρείς.
Τέσσερις.
Πέντε μέρες...
Κι όλο λέω να πάψω να μετράω σε μέρες.
Ν' αρχίσω να μετράω σ' αφαιρέσεις.
Σε βυθισμένα καλοκαίρια,
κι έπειτα σ' αναίτια φθινόπωρα.
Λιγοστεύουν οι μνήμες κι οι ελπίδες σαν αφαιρείς.
Ανάλογη η ελάττωση της πράξης-
Έτσι όλα λιγοστεύουν όταν τ' αφαιρείς.
Μόνο τα λάθη.
Εκείνα μόνο στην πρόσθεση είναι προσφιλή.
[Κοίτα, πάλι τείνω προς τις γενικεύσεις...
Κι ούτε που τ' απολαμβάνω.]

Λέω ν' αρχίσω να μετράω σε χνάρια.
Τα βρίσκει κανείς στις αμμουδιές αφημένα,
μαζί με ξεχαρβαλωμένες σαγιονάρες
και κουφάρια λησμονημένων εξαρτήσεων,
πλάι σε άδεια μεθυσμένα μπουκάλια,
και ρέμπελους τελειωμένους αναπτήρες,
σκόρπια κομμάτια πλαστικές αναμνήσεις,
άλλες φανερές κι άλλες θαμμένες στην άμμο.
Αξίζει τον κόπο μια βόλτα,
να μαζέψεις τις ιστορίες τους.
Έχουν τόσο να διηγηθούν.
Καλύτερα να πας με το δείλι.
Τότε είναι που τα πιάνει εξομολογητική διάθεση.
Πού όρεξη για τέτοια κάτω απ' το φλογερό μάτι του ήλιου ;
Μόνο πίνουν όλη μέρα αλμύρα, για να ξεχάσουν.
Άσε που τ' απόβραδο ξέρει καλύτερα να κρύβει τ' ανατέλλοντα δάκρυα.
Και τα μαϊστράλια ξέρουν καλύτερα να δροσίζουν
τις πυρωμένες πίκρες τους.
Κομπρέσες λυκόφωτος.

Δεν βαριέσαι ; Όσαν χνάρια κι αν μετρήσω,
Πάλι δεν σε χωράνε.
Καλύτερα να τα σκορπίσω στον άνεμο.
Όλα μαζί μπορεί να φτάσουν κάπου.
Ίσως να βρουν και τον δρόμο που βγάζει μπρος στα δυό σου πόδια.
Τα γυμνά βήματα, ξέρουν να διαβάζουν τ' άστρα, 
καλύτερα απ' τα διψασμένα χέρια.

Θ' ανέβω εκεί ψηλά.
Στην ελιά της Εύας.
Σαν πάρει να φυσάει σιροκολεβάντες.
Εκείνον που στα μέρη μου φωνάζουν Ερημίτη,
να τα τρέξει, να περπατήσουν πέρα.
Πάνω απ' τα στάχινα κάστρα που χρυσαφίζουν,
Πέρα απ' τα μπλέ τοπάζια του πελάγους,
και τ' απογευματινά μπλαβιά σύννεφα τ' ορίζοντα.
Ώσπου κάποτε λιωμένα,
απ' του Ερημίτη τις βαθιές, ροζιασμένες χούφτες,
φτάσουν σε σένα.
Θα 'ναι κάποια ξελιγωμένη αυγή
που θα τ' αποθέσει πλάι στα κοιμισμένα γόνατά σου,
ντυμένα την λευκή άχλη της ένωσης,
θα δακρύσουν σταγόνες απάγκιου στις ρόδινες,
μυρωμένες γάμπες σου.
Έτσι χυμένη όπως θα 'σαι στου ύπνου την απαλή αιώρα.
Άφησε τα βήματά μου να σου πλύνουν τα προδωμένα πέλματα.
Κίνηση πρωινής μετάνοιας.
Και σαν ξυπνήσεις, φύλαξέ τα,
δώρα, στον κόρφο των ματιών σου.

{Θησείο. Οδός Θέμιδος γωνία. 
Πάνω που ξεμυτάει Πειραιώς.
Κι απέναντι το μπαλκόνι με τις Καρυάτιδες, 
να σου γελούν δροσερά μες την αποπληξία της πόλης.}

Συνεχίζω.
Έξι μέρες.
Επτά.
Μια βδομάδα και μια μέρα...

[Ἕνας αἰῶνας 
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.*] 

αΘηνά.

*Η τελευταία φράση είναι απόσπασμα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, Γυμνό Σώμα (Ἀθήνα 24.9.80)




Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Εκείνη


Ετερόφωτος πηλός η σελήνη παίρνει τις μορφές σου,
πλάθεται πυρωμένη στα δάχτυλά του νου μου.
Και γίνομαι έγκαυμα,
προτού γίνω στάχτη.
Στους παλμούς των μυών μου,
- Εραστές ακόμη,
οι γονείς της Ιδέας σου,
ενώνονται με πυρετικές, σπασμωδικές κινήσεις.
Σπάζει το μπουκάλι που κρατάω στα χέρια μου,
σκορπίζει στο πάτωμα, αιχμηρά θραύσματα ανάγκης.
Όλη νύχτα με ματωμένα πόδια, κυνηγάω τη φωνή σου στους λεπτοδείκτες.

Μια στέγη φωτός, το φεγγάρι, δίπλα στο κεφάλι σου,
σαν χορεύεις με τα χέρια διάπλατα ανοιχτά, τσιγγάνικες μελωδίες,
γύρω απ' την αμμουδερή, του μυαλού μου, φωτιά.
Σε πιέζω κι άλλο στις αντλίες των αντιστάσεων,
τόσο ώστε να εισβάλλεις επιπλέουσα στη σκέψη μου.
Τρεμουλιάζουν οι αρθρώσεις μου,
στην υποβρύχια ηχώ απ' τ' όνομά σου,
Αφήνω όλα τα όμορφα που γνώρισα ποτέ,
αρκεί να γυρίσει η βελόνα στο πικάπ,
πίσω στ' αυλάκι της φωνής σου.
Κρυφοκοιτάζω πίσω από μιμήσεις αδιάφανων, ημίφωτων κουρτίνων,
μήπως και δω τις παρυφές των μαλλιών σου.
Το διαχωριστικό στο μέτωπο απ' τ' αλάβαστρο των ματιών σου.
Ή την αντάυγεια του γιασεμιού στο γέλιο σου.

Πες μου, πώς γίνεται ό,τι αγγίζεις διάφανος χρυσός ;
Έλα να χορέψεις, σειρήνα, στο μπαλκόνι μου.
Ακούω τους νευρώνες μου, να ουρλιάζουν την Άρνηση του διάττοντος εγωισμού-
πέφτει αγιάζι στους ώμους, τους κάνει να κολλάνε αναλγησία.
Χόρεψε για μένα - Ξέχνα τα βήματα.
Αυτοσχεδίασέ τα.

Ύστατη έκκληση στους ήχους του λύκου του μοναχικού,
για την αγέλη της φωνής σου.
Τα όνειρά μου ψέλνουν για 'σένα αραχνοϋφαντους ιστούς
και προσευχές λευκές σαν την ανάσταση.
Τ' όνομά σου ράβεται μ' αιμάτινες κλωστές στο σώμα μου.
Συγχέει την υπόστασή μου.
Αλλιώς, τα κομμάτια μου θα εκτοξεύονταν πίσω σ' εσένα.
Κέντημα ανάτασης.
Σε μετονομάζω σε Παρελθόν, μα πάντα η ίδια μένεις.
Σαν άλογο, τυφλό, καλπάζεις,
κι ο καλπασμός σου συντρίβει τα 'αχ, να μου μίλαγες'
που κυκλώνουν επίμονα τ' αυτιά μου.

Μια τελευταία τζούρα έμεινα, κάπνισέ με. 
Τρέξε και πάτα με, γόπα που πέφτει στο δάπεδο.
Μ' άφησε ο ήλιος, στη ράχη του να ταξιδέψω μέχρι Εκεί,
αφού το φεγγάρι αιμορραγεί και πνίγεται από ώρα.
Ύστερα μ' εγκατέλειψε κι αυτός.
Κι οι πόροι μου πονάνε απ' την ψύχρα σου.

Πώς ν' ακούσω τους ήχους που πέσαν απ' τις τσέπες σου,
σ' αυτή την φασαρία της απόλυτης μόνωσης.
Προσηλυτίζομαι στον άφατο Θεό του ερχομού σου.
Οι φλόγες της ανάληψης, υγρές, κολπώνονται μέσα μου
ως την Τρίτη Παρουσία.
Αυτοτυφλώνεται κάποτε κι ο Παράδεισος, 
όταν ποθεί κολάσεις. 
Ηλίθια μετατόπιση τ' αφαλού του κόσμου-
Κηδεία πολυτελής των κριτηρίων ηθικής.

Θόρυβος από αρθρωσεις που τρίβονται απότομα
κι ένα ασημένιο χέρι ν' απλώνει τη γαλήνη.

Σε κυνηγάω στους λεπτοδείκτες.
Καθισμένη σε μια ξεθωριασμένη απ' τον ήλιο, πλαστική καρέκλα,
κινούμαι μπρος - πίσω αυτιστικά.

Αποσυντίθεται ο αντίλαλος της απουσίας σου, στα εσωτερικά μου τοιχώματα.
Σαπίζω στην έλλειψή σου.
[Πάλι βρήκα κάποια που σου μοιάζει,
όμως δεν είναι 'συ, όσο κι αν τη ντύνω ευλαβικά με τ' όνομά σου.]
Με περιγελάει, σιωπηλή η φεγγάρινή μορφή σου, στο στερέωμα.
Μόνο μια φορά ν' ακούσω ν' ανοιγοκλείνουν οι φτερούγες της σιωπής σου.
Να δω για μια φορά ν' ανασηκώνονται οι ακρογυαλιές στα χείλη σου -
κι ας μη σε προφτάσω ποτέ στους λεπτοδείκτες.

[Συνέχεια βρίσκω τη φωνή σου και τη χάνω.

Ώσπου, σ' ακούω.]

αΘηνά.


Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Παραμορφωτική αρθρίτιδα

Michael Nyman - The Promise

Κοίτα, το φόρεμά σου πιάστηκε στα κλαδιά παρελθόντων τριαντάφυλλων.
Η φωνή μου καθρεπτίζεται, σπασμένη και τραχιά
σ' ένα κάτοπτρο γεμάτο στίγματα από λάθος μεγεθυμένες όψεις.
Σκεβρώνουν τα δάχτυλά μου.
Πόσο καιρό θ' αντέξουν χώρια απ' τ' άγγιγμα, δεν ξέρω.
Χορδές σπασμένες στην κιθάρα της ώθησης.
Αδύνατον να ληφθεί μια νότα ολάκαιρης απόφασης.
Η σύγχυση εγκυμονεί το βήμα.
Μα το δικό μας, θα σαπίσει έμβρυο ακόμα.
Η σύγχυση εγκυμονεί την εξέλιξη.
Μα έχει παγώσει, πάχνη, η απόφαση στα ραγισμένα μου χείλη.
Προχωρώ σε γέφυρα μετέωρη, μα δειλιάζω.
Θολό μέσα στα δάση της Κίρκης,
συναντώ, κέρινο, το πρόσωπο σου.
Στρέφω και γυρίζω πίσω.
Κι ας ξέρω πως ο δρόμος αυτός, μια φορά σ' ανοίγεται.
Γκρεμίζω τα θέλω μου από βρεγμένα παράθυρα,
βουτηγμένη στην αμφιβολία της σιωπής σου.
[Είναι κι η σιωπή μιά απόφαση. Πιο τελεσίδικη κι από μια στρατιά παραταγμένες, ετοιμοπόλεμες λέξεις. Πιο εχθρική απ' όλες τους μαζί. 
Ίσως πιο εκδικητική και προδωμένη, πιο διψασμένη ή πιο κτητική. Σκόπιμη σιωπή.]
Οι ανάγκες μου συνοψίζονται.
Μία τρίχορδη λέξη.
Άηχη κατα τ' άλλα, μα τρομερή κάτω απ' τον καλοκαιριάτικο ήλιο,
με τη συνοδεία ξεκούρδιστων, λαχανιασμένων τζιτζικιών.
Ζωγράφισέ μου ένα σημάδι,
δεν θα χρειαστεί να σπάσεις τη σιωπή σου διόλου.
Γράψε στην άμμο το στίχο της στιγμής,
εκείνης που αιχμαλώτισε το μεταξένιο σου φουστάνι.
Μόνο κάντο γρήγορα,
προτού πνιγώ στον εαυτό μου και στην αμείλικτη ζέστα του μεσημεριού.
Κάντο τώρα, προτού σκεβρώσουν τα δάχτυλα μου για πάντα
στη στάση της ανεκπλήρωτης προσμονής,
της απωθημένης επαναλαμβανόμενης έκστασης.
Δώσ' μου το σημάδι, και θα 'ρθω
να ξεμπλέξω το φουστάνι σου απ' τ' αγκάθια της πληγωμένης άνοιξης.
Δώσ' μου το χέρι σου, η σύγχυση θα γεννήσει το βήμα μας.
Δώσ' μου το χέρι σου, προτού μας προλάβει η σήψη.

αΘηνά.



Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Ανεμιστήρας

Head in the ceiling fan - Title Fight

(Τρίμματα καπνού στο τετράδιο.)
Μπορεί κανείς να σε πληγώσει δίχως να σου πει κουβέντα ;
Δίχως να σου μιλήσει καν ;
Μπορεί. Αρκεί να υπονοήσει κάτι.
Κάτι μικρό. Για 'κείνον ανούσιο,
Τόσο ανούσιο που θα σε βυθίσει.

Οι αχτίδες του ήλιου διαπερνούν τα σύννεφα σαν ακανόνιστες τούφες μαλλιών.
Άυλες και διάφανες.
Χαρακώνουν τον ορίζοντα κι αλλάζουν το χρώμα της μέρας,
Από θολό λευκό - σαν αυτό που παίρνει το νερό σε ποτήρι μ' ελάχιστο γάλα,
σε κίτρινο μεσημερί.

Στο μωσαϊκό, γυαλίζει ένα πεταμένο περιοδικό.
Τα λόγια του Χρόνη με γρονθοκοπούν στο στομάχι, όποτε στρέφω το πρόσωπο προς τα κάτω.
Παράλληλες γραμμές, σκιοθετούν τα δάχτυλα του δεξιού ποδιού μου.

Κι όλο ζητάμε αυτό το αναζωογονητικό αεράκι, κλεισμένοι στο πνιγηρό μας μπαλκόνι.
Κι όλο δεν έρχεται κι είναι μονάχα η αποπνιχτική άπνοια όσων δεν είπαμε, που μαστιγώνει ανελέητα το ιδρωμένο μας πρόσωπο.

Δίσκοι βινυλίου απλωμένοι στο δροσερό παρκέ.
Θα εκραγεί, θ' ανοίξει σαν τριαντάφυλλο, είπες.
Ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο, όλο αίμα.
[Κι ήταν αυτό σου το τριαντάφυλλο μιαν απόδειξη,
ένας λόγος να σ' αγαπήσω μόνο που το 'πες.]
Βιβλία. Βιβλία τυχαία ανοιγμένα, πεταμένα στο πάτωμα -
περιμένουν κάποιον να τα διαβάσει, κάποιον ν' ακούσει την αδιάσπαστη σιωπή τους.

Δεν ξεχωρίζεις πια την αρχή και το τέλος.
Σχεδόν ταυτίζεσαι με την διάφανη κίνηση.
Αυτό ήταν που ήθελες ;
Ένας ανεμιστήρας οροφής να συγκεντρώνεις το βλέμμα σου.
Ένα υποκατάστατο αέρα.

Καθώς περπατάς, δίπλα σου περνάνε σφυρίζοντας μ' εκκωφαντική ταχύτητα,
μελωδίες που δεν θ' ακούσεις ποτέ.
Τραγούδια άγνωστα.
Λόγια σκόρπια, στοιβαγμένα σε λάθος προτάσεις.
Χειμώνας.

Περιπλανιέσαι άσκοπα στους δρόμους, φοβισμένος
ψάχνοντας το μονοπάτι του φεγγαριού.
Κι όλο νιώθεις πως είσαι τόσο κοντά του.
Κι όλο σου ξεφεύγει.
Σε μια λάθος στροφή.

Φτάνεις σ' αυτές τις άγνωστες πλατείες.
Πλατείες μ' αυτό το γνώριμο, θολό ημίφως.
Που όσο σίγουρος κι αν είσαι πως τις συναντάς για πρώτη φορά,
φωνάζουν σαν σειρήνες πως τις ξέρεις ήδη.
Τις έχεις περπατήσει πάλι,
έχεις κοντοσταθεί να κοιτάξεις το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα,
δίπλα στ' αδειανά, χαραγμένα παγκάκια τους.
Ή τους μοναχικούς διαβάτες μαντεύοντας την ιστορία του προορισμού τους.
Δύο η ώρα τα χαράματα.

Σου λείπει εκείνο το συναίσθημα,
σαν να λείπεις καιρό κι επιστρέφεις σπίτι.
Σαν να 'σαι μόνος καιρό και ξαφνικά,
δυο χέρια σ' αγκαλιάζουν.

αΘηνά.

* "Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα." Χρόνης Μίσσιος

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Shoestrings

Άκου αυτό : There is a light that never goes out - The Smiths

Κάπου εκεί έξω διασκεδάζουν.
Κάπου εκεί έξω γελάνε κι αγαπιούνται.
Κάπου εκεί.
Όχι εδώ.
Στο μονωμένο μπαλκόνι δεν φτάνει τίποτα,
ούτε γέλιο, ούτ' αγάπη.
Παρέα μ' εφήμερες κάφτρες
και νυχτερινές πεταλούδες.

Κάπου εκεί έξω είν' η ζωή.
Όχι εδώ.
Εδώ, η απόσταση απ' το Καπουεκεί μεγαλώνει.

Ξαπλωμένη στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου,
μια χυμένη άμορφη μάζα
σαν σεντόνι χωμένο σε κάβο πλυντηρίου,
Βλέπω λίγα νυχτερινά φώτα,
όποτε καταφέρνω ν' ανοίξω τα μάτια.
Λίγο σκοτεινό ουρανό.
Μπερδεύομαι στις στροφές και τα φρένα.
Σιγοσφυρίζεις στη θέση του οδηγού.
Κάθε λίγο λες τ' όνομά μου.
Με λίγη καθησυχασμένη αγωνία.
Ίσα να δεις αν μπορώ ν' απαντήσω.
Ίσα να σιγουρευτείς πως είμαι ακόμη εδώ.
[Φαντάζομαι σεντόνια απλωμένα σε πελώριες μπουγάδες]
Κι όμως μ' άφησες μόνη,
Κι έφαγες όλα τα κρουασάν.

Οι φίλοι μου δεν υπάρχουν.
Κι αυτό γιατί είμαι πολύ επιλεκτική μαζί τους.
Αν υπήρχαν θα στους γνώριζα.
Μπορεί και να τους συμπαθούσες.
Κυνηγούν τα φώτα οι φίλοι μου,
δεν φοράνε κορδόνια στα παπούτσια τους.
Τους αρέσουν τα ίδια κορίτσια,
με τα σκοτωμένα σορτς,
(εκείνα φοράνε κορδόνια)
κι έχουν τίγρεις για μάτια,
βίαια ξεσπάσματα και διαβολικά χαμόγελα.

Οι φίλοι μου καπνίζουν όλοι.
(Όχι, όχι όλοι.)
Και ξέρουν τα πάντα.
(Όχι, όχι τα πάντα.)
Όμως οι φίλοι μου δεν με γουστάρουν,
κι ούτε με θέλουν για φίλη.
Με κοιτάζουν περίεργα
και σιγοψιθυρίζουν όταν περνάω
Δεν τους καταλαβαίνω,
γιατί μιλάνε μ' αριθμούς
6.512
Κανείς τους δεν έχει ξανθά μαλλιά.
Αλλά ίσως και να 'χει τώρα που το ξανασκέφτομαι.

[Καβαλάνε μηχανές και μένουν πολύ μακριά από 'δω.
Όχι, δεν ζουν εδώ οι φίλοι μου. ]

Γράφω, λέει, λάθος το πολύ.
Το γράφω λίγο. 
(Οι φίλοι μου ξυπνάνε δίχως να κοιμούνται
κι ούτε θυμούνται ποτέ να φάνε.)
Εκείνοι δεν ξέρω αν γράφουν σωστά το πολύ.
Εκείνοι το ζούνε, δεν τους νοιάζει η ορθογραφία.
Χθες ξέρασα, στα πόδια μου, τους φίλους μου.
Έκαναν ακροβατικά στο στομάχι μου.
Κι ύστερα έβαλα τα κορδόνια μου για πλύσιμο.


[Όταν λείπεις θέλω να φοράω όλα σου τα ρούχα
Αν γινόταν θα τα φόραγα κι όλα μαζί.
Θα ήθελα ν' αδειάσω τη ντουλάπα πάνω στο κεφάλι μου
και να κοιμηθώ.
Αντ' αυτού, πίνω μπύρες.
Όπως κι οι φίλοι μου.
Αφήνω τα κορδόνια μου λυτά,
τόσο που τα παπούτσια πλέουν πάνω στα πόδια μου,
και βγαίνω απ' το σπίτι.
Απόψε θα συναντήσω τους φίλους μου.

αΘηνά.



Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Ε.Ρ.Τ.

Άκου αυτό : Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη - Διονύσης Σαββόπουλος / Γιώργος Νταλάρας
Οι οθόνες βουλιάζουν, σαλεύει το πλήθος...

Συννεφιά. Βροχή.
Σήμερα οι σταγόνες φτύνουν το κοιμισμένο σου πρόσωπο. 
Ξύπνας ντροπιασμένος, δειλός. 
Σιγή. 
Ένας διακόπτης που κατεβαίνει,
αρκεί για να σου δείξει τις αδυναμίες σου. 
Κανένα τανκ. Κανένας νεκρός. Κανένα χέρι βουτηγμένο στο αίμα.
Μονάχα ένας διακόπτης, φτάνει να σε γυρίσει πίσω στα λάθη σου. 
"Τώρα δημόσια θα έχουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες"

Τα πόδια σου είναι βαριά. Οι οθόνες του μυαλού σου μαυρίζουν πάλι.
"Έσβησε το σήμα στον Υμηττό." 
Χούντα. 
"Αποφασίζομεν και διατάσσομεν".
Έκλεισε και το τελευταίο παραθυράκι.
Στην οθόνη του παραλόγου έσβησε και το τελευταίο φως. 

Σιωπή.
Είμαστε βουβοί και μόνοι τώρα. 
Είμαστε βουβοί και μόνοι, όλοι μαζί. 
3.000 άνεργοι ακόμη. 
Κι αν δεν είσαι τώρα εσύ, θα 'σαι αύριο.
Κι αν δεν νοιάζει εσένα τώρα, δεν θα δώσει δεκάρα κανείς και για σένα αύριο.
Κι όλο αναλώνεσαι και ψάχνεις τις έννοιες στα λεξικά. 
Ψάχνεις τις λέξεις. 
Αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη, καταστολή, αντίσταση. 
Δεν υπάρχουν πουθενά.
Δεν θα 'πρεπε να τις ψάχνεις. 
Δεν θα 'πρεπε να τις έχεις χάσει.

Προφητεύουν πως θα 'ρθουν χειρότερες μέρες
Πώς όταν δεν θα 'χεις να φας, Έλληνα, 
Θα γυρίσεις και θα κατασπαράξεις τον διπλανό σου. 
Πως το ένστικτο της επιβίωσης, σε 'σενα που έχασες τις λέξεις σου
θ' αποδειχθεί τρομερό, ζωώδες, ανήθικο. 
Φοβάμαι για σένα κι ας μην νοιάζεσαι για μένα. 

"Η πρώτη χώρα στην Ευρώπη δίχως κρατική ραδιοτηλεόραση". 
Φευ! Για ποιόν πολιτισμό υπερηφανεύεσαι ; Για ποιά Ακρόπολη ; 
Τί έκανες εσύ γι' αυτόν ;  
Τ' αδέρφια σου στην Αθήνα καίγονται. 
Τ' αδέρφια σου στην Πόλη καίγονται.
"Αν δεν καώ εγώ
Αν δεν καείς εσύ
Αν δεν καούμε εμείς
Πώς θα γενούν τα σκοτάδια λάμψη ;
όπως ο Κερέμ, όπως ο Γιάννης, όπως ο Ναζίμ, όπως ο Μάνος.

Κι αν υπήρχε έστω και μια αδύναμη, θαμπή ελπίδα να εκπέμει τρέμοντας που και πού, 
έσβησε κι αυτή αυταρχικά εν μία νυκτί.
Μ'ένα διακόπτη - τανκ.
Στο κεφάλι σου μια καμπάνα χτυπά πένθιμα. 
Δεν μπορείς να την αγνοήσεις. 
Κάθε της χτύπημα σου σφίγγει το στομάχι.
Κάθε μέρα ένα βήμα εγγύτερα στην απόγνωση. 
Κάθε βήμα και βουλιάζεις όλο και πιο πολύ σ' αυτή την κινούμενη άμμο.
Βυθίζεσαι πιο βαθιά στο σκοτάδι της ανελευθερίας.
Βόμβος απ' το ελικόπτερο στο κεφάλι σου. 
Σε παρακολουθούν, φώναξε! 
Σε ορίζουν, ούρλιαξε!

Προετοιμάσου. Έρχονται. 
Μέσ' από μαύρες οθόνες, έρχονται να σε κατασπαράξουν. 

αΘηνά.





Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Conscientia

Άκου αυτό : Aleah - Water and wine

Είδα τον ήλιο να πέφτει στα μάτια σου
κι όλα τ' απογεύματα αντηχούν
ήχους συντελεσμένων προφάσεων.
Είχα μια κουβέντα χθες με τ' αστέρια
Μου 'παν "Πεθαίνουν οι γρίφοι μόλις τους λύνεις".
Κι ύστερα αναστέναξαν τρεμουλιασμένα.
Ξεχωρίζω ακόμη τα διψασμένα χαμόγελα,
αιμορραγούν σαν δαγκωμένα κεράσια.
Ασυνάρτητες σκέψεις με σένα, με μένα :
Τί απάντηση θα 'δινες εσύ στ' αστέρια,
στα χλωμά, κουρασμένα μου χέρια ;
Νομίζω ξέρω που πάνε τα σβησμένα σου γέλια.
Συγκεχυμένα λόγια που τρέχουν σαν τρένα
Κάποτε ίσως γυρίσουν σε μένα, σε σένα.
Απόψε έκανε ψύχρα στ' όνειρό μου
Φάνηκαν στα πόδια μου απλωμένα φθινόπωρα
Μούσκεψαν σαν φύλλα στο χώμα.
Φόρεσε η συνείδησή μου μάλλινη ζακέτα.
Ένα ρίγος διαπέρασε τα κοιμισμένα μου λάθη
Αλλάζει ο καιρός, μα η μορφή σου τίποτα δεν θα πάθει
Τη φυλάει καλά το τρίτο μου μάτι.
Κι όλο τη σκέψη μου ρωτάει, ζητάει να μάθει
Αν βρέχει στα λιωμένα μου μνήματα
Γιατί ψιθυρίζουν οι τοίχοι συνθήματα
Ή τί έχει αλλάξει στη Γη του πυρός
Κι αν περνάω ποτέ απ' την αυλή της αλήθειας.
Τί να της πω, με στενεύουν οι νύξεις της
Κουνάω τους ώμους, δυο άστοχες άγνοιες
Μικραίνουν οι νύχτες, αυξάνονται οι μέρες
Λένε, τα καλοκαίρια πλανιούνται οι αγάπες 
Λιώνουν τα μεσημέρια, σαν παγωτά στα χέρια
Δυόμιση μέτρα κάτω απ' το νερό,
το σώμα μου αγγίζει στην άμμο.
Η πίεση/το κεφάλι μου, οι φυσαλίδες/το κεφάλι μου
Ακούω τον βόμβο της πεθαμένης σου σκιάς
Το μυαλό μου κολυμπάει στο απέθαντο
Μέσ' απ' το πρίσμα της έλλειψης διαθλάται η απουσία σου.
Ο άγνωστος Χι με τραβάει απ' τα μαλλιά στην επιφάνεια.
Ποτέ μου δεν έμαθα μαθηματικά.
Θέλω να μ' αφήσουν οι εξισώσεις να πνιγώ -
μες την υγρή μου άγνοια
Να μ' αφήσει η συνάρτηση της διαίσθησης μου
να μουλιάσω στη φορμόλη της άρνησης
Έχω μια κουβέντα απόψε με τα κύματα
Είπαν "Όλα πάνε μπρος και πίσω, 
σαν το δάκρυ θα γυρίσω"
Και δεν είναι πως με νοιάζει τί θ' απαντούσες εσύ στα κύματα.
Καμιά φορά θέλω μόνο να σου δείξω τις θέες που κοιτάζω
Και να σου πάρω, σαν ξεμείνεις, απ' το περίπτερο τσιγάρα.

αΘηνά.


Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Enmity

Άκου αυτό : Angus and Julia Stone - Draw your swords

Γειά, είπε.
Τί είμαι ; Τί είμαι ;
Ένας κόμπος στο λαιμό.

Δυο χέρια δυνατά,
μ' ασπρισμένες τις αρθρώσεις απ' την ένταση.
Οξυγόνο που λιγοστεύει σε δαιδαλώδεις αρτηρίες.
Λαβύρινθος.

Μίτος πουθενά.
Εξ αγχιστείας εχθροί εμείς οι δύο.
Δάκρυα που παφλάζουν σ' ακτές ματιών σφαλισμένων.
Ζάλη που νανουρίζει αποκαρδιωμένες πράξεις.
Εκείνες που αναζητάς με τα μάτια δεμένα.
Τυφλόμυγα.

Ένα, δύο, τρία.
Ξέρεις που πετάς την πέτρα
Προχωράς.
Με το ένα πόδι.
Κουτσό.

Τέσσερα, πέντε, έξι.
Τί ψάχνεις ; Τί ζητάς ;
Κόκκινο, λές.
Μετράς.
Τρέχω μακριά.
Κρυφτό.

Στο είπα.
Φοβάμαι τα ύψη.
Κρατιέμαι απ' το βαμμένο σίδερο και στροβιλίζομαι
Κι εσύ κοιτάς.
Ο ίλιγγος μου μπερδεύει τα γόνατα
Κι εσύ κοιτάς.
Κάτι λες.
Δεν μπορώ ν' ακούσω, τ' αυτιά μου βουίζουν.
Σκοτοδίνη.

Τρέχεις.
Πιέζω τα μάτια στους βολβούς τους
Λες κι έτσι θα τ' αναγκάσω να δουν
Ψηλαφώ την κατεύθυνση
Κάπου ακούω να κοντοστέκεσαι,
Να λαχανιάζεις
Ψελλίζεις ένα πνιγμένο "εδώ"
Πού είναι το εδώ ;
Τυφλόμυγα.
Κυνηγητό.

Κρύο/ζεστό.
Εδώ.
Τα πόδια μου δεν βαστάνε.
Γονατίζω στο στεγνό χώμα
Πλησιάζεις.
Φέρνεις στα χείλη μου ένα μπουκάλι νερό.
Τ' απομακρύνεις προτού να πιω.
Το χύνεις επιδεικτικά στο χώμα.
"Σειρά σου. Μέτρα." ψιθυρίζεις στ' αυτί μου.
Κρυφτό.

Μεγάλωσα.
Κουράστηκα να παίζω.

αΘηνά.



Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Έδαφος

Άκου : Smiths - Asleep

Καθισμένοι στο ημίφως,
Τα δάχτυλα σου σέρνονται στο μωσαϊκό
σχεδιάζουν αόρατες λέξεις.
Αυτές που δεν σ' άφησα να πεις.
Σήμερα είσαι εδώ, έτσι δεν είναι ;
Μπορώ να σε δω να περνάς από δωμάτιο σε δωμάτιο
Σε βλέπω να πηδάς απ' το μπαλκόνι
Μια τουλούπα καπνού

Απόψε είσαι εδώ έτσι δεν είναι
Νομίζω, μπορώ να σε νιώσω στον αέρα
Μυρίζω την μουσική π' αναδύουν τα μαλλιά σου
Οι παλάμες σου υγραίνουν ελαφρά το γόνατό μου
Κι αποκλείω ήχους,
Έναν-έναν.
Ακούω τη μουσική,
γειτονικούς ψιθύρους.
Τις κραυγές της τηλεόρασης  στ' απέναντι διαμέρισμα
Το βουητό του δρόμου.
Βιαστικά βήματα.
Γέλια.
Γέλια.
Ακούω μόνο τη μουσική σου.

Καμιά φορά νομίζω πως τα πόδια μου ξεχνούν να περπατούν.
Ξεχνούν τα νεύρα μου ν' αντιδρούν στα ερεθίσματα.

Κάθε μπαλκόνι και μια αθόρυβη μάχη
Κάθε σου κίνηση και πιο στοχευμένη
Αράχνες στα μηνίγγια μου

Οι θαμπές βόλτες στην πόλη.
Δεν θέλω να καταλάβεις.
Ανοιγοκλείνεις τα βλέφαρά σου
Κοίτα... Κι όμως είσαι 'δω απόψε
Πίνεις απ' τη μπύρα μου
Λες πως θες να μείνουμε οι δυο μας.
Κι όμως ξέρω που είσαι απόψε.
Γέλια.
Εμένα γελούν,
Ξάπλωσα στο πάτωμα
Ήθελα να το νιώσω σκληρό πάνω στο σώμα μου
Να μ' ανατριχιάσει η ψύχρα του.
10:56.
Νωρίς για ημίμετρα
Κι όμως πολύ αργά για εξηγήσεις

Παράλογο να μου μιλάει το τρεμόπαιγμα της φλόγας
Κι οι σκιές επιτακτικά μου ζητάνε το λόγο
Πολύ αργά για εξηγήσεις.
Ξάπλωσα λίγο να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά
Ας μην συζητήσουμε απόψε
Θέλω μόνο να φαντάζομαι τη φωνή σου
Μην φτιάξεις πλάνο και γι' απόψε
Δεν είμαι για πολλά
Όπως θα μαι ξαπλωμένη
Βάλε το κρύο χέρι σου στην πλάτη μου
Πέρασε το κάτω απ' την μπλούζα μου
Απόψε μόνο κράτησε με στις παγωμένες σου παλάμες.

αΘηνά.



Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Τέλος εποχής

Πώς χώρεσαν όλα σε μιαν άνοιξη; 

Κι εκεί που ήταν συνήθως τα καλοκαίρια μου κτητικά.
Μια στιγμή, κοίταζες πέρα το μπλε, χρυσοδάχτυλο ορίζοντα,

Ύστερα γύρναγες το βλέμμα-
κι έβλεπες το στρώμα σου να πλέει στα βαθιά.

Κάθε σου απλωτή και πιο μακριά.
Κάθε σου απλωτή και πιο ανώφελη.
Αυτή η ήρεμη παλινδρομική κίνηση απ' το κύμα,
Αυτό το καλοκαιρινό μελτέμι,
θα στα 'παιρνε όλα μακριά.
Τελικά.

Το 'ξερες πως θα συμβεί.
Μια στιγμή ν' αφεθείς στην ευτυχία,
Αρκεί.

Τέλος του Μάη τώρα.
Νιώθω σα συμπιεσμένη ρόδα.
Τρέχω και γυρίζω.
Νομίζω θα σκάσω από στιγμή σε στιγμή
Κι όλο αναρωτιέμαι :
Πώς χώρεσαν όλ' αυτά σε μιαν άνοιξη;

Χώρεσαν κι οι μεταμφιεσμένοι χειμώνες
Κάτι νύχτες ολόγιομες,
και 'κείνα τ' αναλφάβητα βράδια.
Χώρεσαν και τα κρουστά σου πόδια
και της κιθάρας οι σπασμένες χορδές.

Χώρεσαν κι οι μοναχικές καταιγίδες
κι οι νηνεμίες πριν τις συμφορές
κι όλα τα γιατί και τα σε θέλω 
πρόφτασαν να χαράξουν, να ναυαγήσουν
και ν' αναγεννηθούν σ' άλλη στεριά.

Χώρεσαν και τα λιωμέν' απογεύματα,
μουσκεμένα παγκάκια ερωτικά,
νυχτικιές μελωδίες, συναντήσεις απρόσκλητες
ταξίδια μ' ανεμοδαρμένα μαλλιά,
τσιγάρα, τσιγάρα, τσιγάρα.

Και 'κει που ήταν η άνοιξη μου, συνήθως μονότονη
Στιγμές συνηθισμένες σ' ακολουθία τακτική

Μια στιγμή γύρισες το βλέμμα-
Στου ήλιου το μαξιλάρι λίγο πιο δεξιά.

Κάθε βήμα σου και πιο κοντά.
Κάθε βήμα σου, βαμμένο την αίγλη του έρωτα.
Αυτό το τράνταγμα στην κίνηση της ρόδας
Αυτό τ' αγέρι που φτερουγίζει στο πρόσωπο
Ήρθε, και τα 'φερε όλα.
Τελικά.

Τέλος του Μάη τώρα.
Νιώθω σαν μεθυσμένη χώρα.
Χορεύω και φωνάζω.
Νομίζω θα σκάσω από στιγμή σε στιγμή.
Κι όλο αναρωτιέμαι :
Πώς χώρεσαν όλ' αυτά σε μιαν άνοιξη;

αΘηνά.


Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Ηχογραφία

Άκου αυτό : Come Away Melinda - Uriah Heep

Τις πρώιμες καλοκαιρινές βραδιές
που το φεγγάρι ανάβει τα τσιγάρα μου,
ενώ ακόμη αναρωτιέμαι που πάνε τα γέλια σαν ηχούν
και χάνονται.
Ή τί βλέπουν άραγε τα μάτια σου.
Κι αν είναι τα φεγγάρια παντού τα ίδια,
όπως κι κάφτρες των τσιγάρων
που θυσιάζονται στην απραξία.
Κι αν είναι το βουητό, απ' τ' αυτοκίνητα δίχως προορισμό,
ίδιο παντού.
Ίδιες παντού κι οι μοναξιές.

Το φως σου διαθλάται πίσω μακριά,
πέρα απ' τις κεραίες  και τους ορίζοντες.
Λιγοστεύει και σιγοτραγουδάει τις μελωδίες που μου 'μαθες.
Κι ό,τι θέλω, είναι να τραβήξω μια φωτογραφία σου.
Μια φωτογραφία.
Και να 'σαι όπως σε ξέρω εγώ.
"Να μείνεις στα μάτια μου σαν άδειο τοπίο

Τί κι αν εμείς οι δύο δεν θα περπατήσουμε μαζί
κανένα μεσημέρι,
Αν θα μιλάμε σαν να μην συναντηθήκαμε ποτέ
Αν πρέπει να σε βλέπω μόνο όταν οι αυλαίες πέφτουν
Κι όταν σκοτεινιάζουν τα κόκκινα βελούδα στα καθίσματα
Ν' ακούγιεται μονάχα το γέλιο της σιγής,
ή το τραγούδι της Μελίντα,
μέσα από την παλιά χαλασμένη σου κασέτα.

Κάτι τέτοια καλοκαιρινά βράδια,
σε βλέπω να περνάς με το ποδήλατό σου,
μικρό, με κοκκινισμένα εκστατικά μάγουλα.
Σφυρηλατείς μουσικές.
Απ' τον ήχο που κάνει το μέταλλο καθώς χτυπά στ' αμόνι,
ή αυτόν της αναμονής μιας απόπειρας απόδρασης
που δεν έρχεται ποτέ.
Ακούω τον ήχο απ' το αίμα στις φλέβες σου,
όταν το μυαλό σου ξεφεύγει.
Κι αυτόν που κάνει το τσιγάρο σου
όταν αποχωρίζεται τα δυό σου χείλη.

Διαστέλλονται οι ήχοι σου στο κεφάλι μου.
Γίνονται συναυλία μυστική.
Στην σκηνή παίζεις μονάχα εσύ.
Με τα φώτα σβηστά και τα καθίσματα άδεια.
Παίζεις μονάχα για μένα.
Δεν με νοιάζει που δεν υπάρχεις πουθενά τα μεσημέρια.
Αφού ακούω το χρώμα της φωνής σου
και φαντάζομαι την παραμικρή σου μετατόπιση

| Συμβαίνει καμιά φορά,
Nα βλέπω τη σκιά να χαράζει στα μάτια σου.

Με βλέπει κι αυτή
Αναζωπυρώνει τ' απλανές μου αστέρι.
Διαβάζει τα λάθη μου,
Τα συμμερίζεται, τα χαϊδεύει.
Τους στρώνει στοργικά να ξαποστάσουν
Μ' ακούει με τις ώρες...
Μου δείχνει τον κόσμο μέσα απ' το βλέμμα σου
Κι ας είναι πέρα απ' τον ήλιο -
κοιμόμαστε και ξυπνάμε αγκαλιά.

Συμβαίνει καμιά φορά,
κι είναι απ' αυτά που ποτέ σου δεν ξεχνάς.

αΘηνά.




Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Πόσο

-Πες μου πως σου έλειψα
Πες μου
Πόσο
-Λύσε τα μαύρα, στιλπνά μαλλιά σου 
Ένα κομμάτι δέρμα στο πλάι του λαιμού σου 
πάλλεται ρυθμικά στην ηχώ της αγάπης 
Με φωνάζει 
[Φίλα με δάγκωσέ με φάε με χάιδεψέ με.]
-Πες μου πόσο 
Πόσο 
-Ούτε συγγνώμη, ούτ' ευχαριστώ 
Δεν τα χρειάζεσαι.
Δεν υπακούς στις λέξεις.
Τις ορίζεις απ' την αρχή.
[Νιώσε με χτύπα με αγκάλιασέ με διώξε με φίλησέ με.]
-Μην μ' αφήνεις σημάδια. 
Μ' αφήνεις. 
Σημάδια.
-Θα γράψω τ' όνομά σου σ' όλα τα πεζοδρόμια.
Θα το βλέπουν όσοι περπατούν σκυφτοί.
Θα σ' αγαπούν όλοι.
Θα σε ζηλεύουν όλοι.
[Ζήλεψέ με διώξε με ζήλεψέ με κράτα με.] 
Ανήκεις άραγε σε κάποιον ; 
Άργησα. 
Ήρθες νωρίς. 
Πρέπει να φύγεις. 
Μεί...
(Ξέχνα το.)
Βλέπεις εκείνο τ' αστέρι που μοιάζει με φάρο ; 
Τόσο. 
Θυμάσαι τη φωτογραφία μας που ξέχασες ; 
(Όλοι οι ήχοι που μου χάρισες παίζουν ταυτόχρονα στο κεφάλι μου.)
Τόσο.
Το κορίτσι με το κόκκινο μαντήλι στο μέτωπο ;
Το φλογισμένα της βλέμμα ;
Τόσο.
Ζωγράφου, Πατήσια. 
Μεταξουργείο, Παγκράτι. 
[Μην ξεχάσεις τις εφημερίδες μου.]
-Μην με ξεχάσεις.
Μείνε. 
Για λίγο. 
Εδώ θα είμαι.
Δεν έχω πού να πάω.
-Παφ.
Η ακοή μου βουβάθηκε. 
Μιλάς με τη σιωπή μου.  
Η ανάσα μου στάθηκε. 
Είναι η ψυχή μου που παγώνει το σβέρκο σου.
-Φίλα με. Αγκάλιασέ με.
Τα παιδιά ψιθυρίζουν τις ώρες που λείπεις.
Φιλάνε τις πληγές απ' τα χάδια που ξέχασες.
Οι αγκαλιές σου ξεπαγιάζουν στο μπαλκόνι μου.
-Βλέπεις ; Πέρα απ' τις κεραίες, τους ηλιακούς θερμοσίφωνες...
Είμαι στα δεξιά του ήλιου.
(Σημάδια στο κράσπεδο, το μυαλό και το τραπέζι μου.)
-Τ' άρωμά σου στο μαξιλάρι μου. 
Τ' άρωμά σου στην μνήμη μου. 
Η μνήμη μου διαγράφηκε. 
Είναι τα μάτια μου που θυμούνται. 
Τόσο. 
Μακριά. 
Κοντά. 
Τόσο.
Όσο ο αέρας της απουσίας σου με χτυπάει στο πρόσωπο.

αΘηνά.



Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Cell-wall


What is she?
Is she waiting something different from me?
Is she satisfied of what I am?
(What am I? )
Then I return back in my blackness.
I lie back in my nothing
like a bacterium in its capsule.
And I'm waiting until the conditions become favorable
Evolving into a caterpillar
Then into a blind horse
(And million years after, into a well respected mosquito)

There it was, coming out of my throat
It was flowing out of me
I couldn't help it at all
Liquid.
And sticky.
As a newborn child
As a newborn idea
With no identity

Do you remember the first time you ever saw a thunder?
A drop of rain?
A very crimson cherry?
Her most dazzling smile?
Can you recall the very first time that you felt ashamed?
[Shame. A useless feeling.
Just like egoism.]
You have to support your acts, she said.
Even if you're acting like a worm, I thought.

[Sometimes I need a rigid, feelings-proof, impervious cell-wall
To inclose my corrupted, crooked soul.]
After a long time of hibernation,
The huckleberry's light, that violates to my capsule
Breaks down my defences
And it's strong enough to crack into my embattled cell-wall.
(The echo of my warning trumpets resounds at my procaryotic cells.)
When longer my somnolent eyes get used to it
It's the time that I know it's too late to fight
[The demons of your love]
[The dragons in your eyes]

Go with the flow if you cannot make a change,
they say.
Don't be afraid to compromise,
with your feelings
(It's not a big deal)

Undeniable progress.
The spring of life,
[Spring, of my life]
The era finally came.
Conditions are favorable.
Wake up the bears !
Sing the hymn of resurrection !
Paint your cheeks in ''coming back'' red.
[Carmine, cinnabar, mercury, dragon's blood,
Sorcery, dracaena, witchcraft, spells,
gypsy's chiromancy, oracle, Pythia.]

That's the prophecy :

Prepare to give birth to Love 
To be born from her womb.
Prepare to be a bacterium,
a caterpillar,
a blind horse
or a well respected  mosquito. In love.

Whatever you are 
be in love.

αΘηνά.




Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Cold hands


Ντύσε τη σιωπή σου μ' αυτό : Gnossienne No. 1,2,3 Erik Satie

[Κάποτε θα γράψω ένα ποίημα. Θα το λεν' "Ασυναρτησίες".
Θα παίζει, το ραδιόφωνο στη συχνότητα ερώτων, αδιάφορων.
Σαν κι αυτούς που βλέπεις κάτι πρωινά με καταχνιά να ψυχορραγούν στα πεζοδρόμια.
Στη σκουριασμένη μου τέντα, η βροχή θα μιμείται τον ήχο ρολογιού μ' αρρυθμίες,
κι ο καπνός απ' το τσιγάρο σου, θα βηματίζει υστερικά, πάνω κάτω.
Πάνω κάτω.
Θα καθίσω ανακούρκουδα στο πάτωμα, κοντά στο παράθυρο,
τόσο που η ανάσα μου θα νοτίζει το τζάμι και θ' αναμένω εκστατικά, τα δευτερόλεπτα που η νύχτα,
θα μοιάζει με πρωινό μουντής σχολικής Δευτέρας.
Κάτι τέτοιες Δευτέρες είναι που μας αποκαλύπτεται ο Κόσμος. 
Όμως είμαστε πολύ μίζεροι, πολύ απασχολημένοι για να προσέξουμε τούτη την αποκάλυψη.]

Κι εσύ μια τέτοια Δευτέρα, θα ξανάρθεις.
Θα πιέσεις το χαλασμένο κουδούνι,
με 'κείνο το ίδιο δάχτυλο που μου 'δειξες την έξοδο.
Θα περιμένεις για λίγο...
Θα γυρίσεις το βλέμμα σου προς τα πάνω,
θ' αντικρίσεις στο μουχλιασμένο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου,
μια σταγόνα που θα ετοιμάζεται να βουτήξει στο κενό.
Τ' όμορφο πρόσωπό σου θα πάρει μια έκφραση αηδίας.
Θα κοιτάξεις γι' άλλη μια φορά το κουδούνι.
Ύστερα θα γυρίσεις την πλάτη σου,
κι έπειτα από μια μικρή αμφίβολη ακαμψία
θα φύγεις.
Μόλις κάνεις το πρώτο βήμα, θ' ακουστεί ο αδιόρατος ήχος
της σταγόνας που αυτοκτόνησε.
Θα 'ναι σαν να σημαίνει το τέλος.

Θα πιέσεις τον εαυτό σου να μην κοιτάξει πίσω.
Στη διαδρομή θα σκέφτεσαι πόσο καλύτερα είναι έτσι τα πράγματα.
Θα σκέφτεσαι τί θα 'χε συμβεί, αν είχα ανοίξει την πόρτα.
Θα θυμώνεις που δεν άνοιξα.
Θα προσπαθείς να διώξεις αυτές, τις άχρηστες σκέψεις.
Δεν θα θέλεις να πιάνουν άλλο χώρο στην μνήμη του μυαλού σου.
Θα βάλεις τ' ακουστικά στ' αυτιά σου,
θα πιέσεις τον εαυτό σου να συγκεντρώσει το βλέμμα του
στις σταγόνες που κυλάνε στο χαραγμένο τζάμι του λεωφορείου.
Δεν θα κλάψεις.
Δεν θα υπάρχει λόγος.

Και 'γω θα σκέφτομαι πώς θα 'ταν άραγε αν είχες έρθει.
Αν η δειλία σου δεν ήταν τόση...
Αν είχες χτυπήσει το κουδούνι μου.
Θα κοιτάζω τον κέρσορα ν' αναβοσβήνει στη λευκή οθόνη,
και θα προσπαθώ να διώξω αυτές τις σκέψεις.
Δεν θα κλάψω,
άλλωστε δεν θα υπάρχει λόγος.
Θα μείνω εδώ στο πάτωμα,
και θα συνεχίσω να κρυώνω.
Γιατί, δε ξέρω αν στο είπα.
Κρυώνω χωρίς εσένα.
Ό,τι εποχή κι αν είναι.

Κι όλες οι κουβέρτες του κόσμου,
κι όλες οι σόμπες,
δεν φτάνουν για να διώξουν το κρύο,
Όμως μια σου λέξη αρκεί, ή ένα σου βλέμμα,
από 'κεινα που μπορώ να τα διαβάσω μόνο εγώ.
Εκείνα που γεννήθηκαν για μένα.

Κι έτσι τα πρωινά του Σαββάτου θα παραμείνουν βαρετά.
Θα βουλιάζουν στο «χώρια» τους.
Κι οι Κυριακές θα ξεθωριάσουν,
θα γίνουν κι αυτές
μουντές - σχολικές Δευτέρες,
κι οι εβδομάδες θα περνούν κρύες και μουδιασμένες,
όπως κι οι εποχές.

[Και δεν ξέρω αν θα 'πρεπε το ασυνάρτητο ποίημα μου να τελειώσει εδώ.
Ν' αφήσει να περνούν οι ώρες στον αυτόματο πιλότο.
Την ώρα που το ραδιόφωνο θα παίζει στη συχνότητα ερώτων άτολμων.
Σαν κι αυτούς που συναντάς στις αυλές των δυστυχισμένων.
Κι η βροχή να χορεύει ειρωνικά, κλακέτες στην σκουριασμένη μου τέντα.
Ή αν πρέπει να τ' αφήσω να πλάσει ένα δρόμο, να γυρίσει πίσω το χρόνο στο χαλασμένο μου κουδούνι. Στο χαλασμένο μου μυαλό.
Είναι που θα 'θελα να ζητήσω τη γνώμη σου.
Είναι που θα 'θέλα να μαθαίνω τις σκέψεις σου.
Θες...είναι που κρυώνω χωρίς εσένα και δυσκολεύονται τα παγωμένα μου χέρια να γράψουν τις λέξεις στο χαρτί.
Σκαλίζω το κεφάλι μου, σαν παλιό σκοροφαγωμένο συρτάρι, μήπως και βρω κανένα αντικείμενο μαγικό, να γυρίσει το χρόνο πίσω.
Κι εκεί σταματάω να ψαχουλεύω...
Αφού το ποίημα μου δεν το 'γραψα ακόμα.]

αΘηνά.


Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Απολογισμός

Και συνηθίζω μέσα στο σκοτάδι
ενώ βουλιάζω στην υπερβολή μου,
με ενοχλεί πολύ το φως π' ανάβεις
της ενοχής μου, της στρατηγικής μου.

Κι αφού όλοι μου λεν' ν' αλλάξω,
να κοιμηθώ μια νύχτα μες το χρώμα
Θυμάμαι πως από μικρή όταν ήμουν
παιχνίδια έπαιζα όλα από χώμα.

Τις νύχτες που μυρίζουν νύχτα,
κι εκείνες που θυμίζουν μέρα
Σαν αστραπές που σφάζουν τον αέρα
κι ένα φιλί που ψιθυρίζει ξέχνα.

Μην λες ποτέ πως κι αύριο θα είσαι
Αφού ποτέ δεν είχες πει αλήθεια
Μην έχεις εύκολο το ψέμα,
τις νύχτες που θυμίζουν μέρα.

Κι αυτό το φως που το αναβοσβήνεις,
τη μια στιγμή με εφιάλτη μοιάζει
Την άλλη την ψυχή μου βγάζει
φτερά της δίνει μήπως και πετάξει.

Δεν έχω διάθεση να πω αλήθειες,
αφού ότι ζήσαμε θυμίζει ψέμα,
Μα όταν ξεπερνώ τους δείκτες
και το τσιγάρο ξαναγίνεται ένα

Το μυαλό μου μηδενίζω
και το γεμίζω πάλι από 'σένα.
Αν έβλεπες τι άντικρίζω,
ίσως ερχόσουνα ξανά σε μένα.

Γιατί το ξέρεις πως ποτέ δεν ήρθες,
μια νυχτερίδα απ' το μυαλό να διώξεις
Μόνο άφηνες τον πύργο να στοιχειώσει
και το αδράχτι να χτυπήσει φλέβα.

αΘηνά.



Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Αυξημένη σεξουαλικότητα

Ντύσε τη σιωπή σου : The National Fanfare of Kadebostany - Walking with a ghost

Η κοπέλα που ποτέ δεν θυμόταν τους στίχους
κι όλο έχτιζε γύρω της τοίχους
την κυνηγούσαν Ερινύες - παπαγάλοι
κι όλο της επαναλαμβάναν τί να κάνει

Έκλεβε τα ξένα στερεότυπα
Δεν πήγαινε για ύπνο πρίν τα ξημερώματα
είχε κι ένα γάτο κοτσονάτο
με μεγάλο καπέλο κι ένα κόκκινο φράκο

Για το μέλλον υποτίθεται είχε όνειρα μεγάλα
Μ' απ' το κρεβάτι δεν το κούναγε μια στάλα
Πέρναγε τα νύχια της βερνίκι μπλέ
και γενικά φερόταν σαν να ήταν κομπλέ

Έκρυβε τα λόγια στο ψυγείο,
και δεν το κούναγ' από κει ούτε γι' αστείο
κι άμα εξωτερική είχε δουλειά
έβαζε και Κέρβερο να τα φυλά

Είχ' αυξημένη σεξουαλικότητα
και μεγάλη αίσθηση τραμπάλα
Μια ν' ανεβαίνει στα ουράνια σώματα
την άλλη να γκρεμίζεται απ' τη σκάλα

Ξεπάγωνε τα λόγια απ' το ψυγείο
συμβούλευόταν το ψυχιατρείο
τα ζέσταινε στο micro να τα φάει μετά
κι έπαιρνε και παραπάνω δέκα κιλά

Έπαιρνε τηλέφωνο ν' ακούει τη φωνή
του πρώην εραστή, μήπως και σπαστεί
Κάπνιζε τη νύχτα σαν φουγάρο
Μα δεν έπιανε στα χέρια της τσιγάρο

Σαν πέρασαν τα χρόνια κι έγινε κυρία
γλυκοκοίταζε κάποια Μαρία
να χωρίσει με τον άντρα της έγιν' η αιτία,
πολύ βασανισμένη ιστορία

Μασούσε τσίχλα και φόραγε κολάρο
με δυό τριγόνια είχε κι ένα σμπάρο
άνοιγε τα πόδια σε μεγάλα μωρά
κι ας σιχαινόταν μπιμπερό και τα λοιπά

Είχ' αυξημένη σεξουαλικότητα
και μεγάλη έμφυτη κρεμάλα
μαγνήτης που τραβάει όλα τα θύματα
κι έρμαιο γίνεται για τα τσακάλια

αΘηνά.



Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Δευτέρα 7.01.2013, Αθήνα

Blue Skies - Lady and Bird 

Κάθομαι στο κρεβάτι και κοιτάζω την πορτοκαλί μου βαλίτσα κλειστή στο πάτωμα.
Απ' το ανοιχτό παράθυρο μπαίνει η πρωινή παγωνιά, μαζί με το θόρυβο απ' το πριόνι που κλαδεύει τα δέντρα του δρόμου.
Επέστρεψα σπίτι, μια τσουχτερή, μα όμορφη μέρα.
Ξύπνησα την στιγμή ακριβώς που γλυκοχάραζε κι είδα το πρώτο φως της αυγής μέσα απ' τα θαλασσόβρεχτα παράθυρα του Blue Star 2.
Ο ορίζοντας είχε βαφτεί μ' ένα σχεδόν φωσφοριζέ πορτοκαλί. Γύρω του απλώνονταν μωβ και ροζ ανταύγειες.  Σε λίγο ξεπρόβαλλε κι ένας ήλιος με δόντια που περονιάζει τα δάχτυλα και σου παγώνει τη μύτη.
Ανοιγόκλεισα τα μάτια για ν' απαθανατίσω τη στιγμή στο κεφάλι μου.
Απ' την άλλη πλευρά διαγραφόταν τώρα καθαρά η Αθήνα. Η Αθήνα μου. Σκονισμένα λευκή και τσιμεντένια. Στο βάθος χιονισμένη, φαινόταν η Πάρνηθα.

Σκέφτομαι αν θα ΄ταν καλύτερα να κλείσω το παράθυρο. Τα πόδια μου έχουν ξυλιάσει, όμως κατά κάποιο τρόπο απολαμβάνω την παγωμένη ανάσα της πρώτης μέρας μου, γι' αυτή τη χρονιά, στην Αθήνα.

Ο ταξιτζής φόρτωσε με κόπο τις υπέρβαρες βαλίτσες μας στο ταξί και ξεκινήσε για το σπίτι. Το σπίτι μου.
Μέσ' απ' το παράθυρο του κίτρινου ταξί, κοιτούσα, με κουρασμένα απ' το πολύωρο ταξίδι μάτια, την Αθήνα του 2013 - πιά.
Ο ουρανός είναι καταγάλανος και τα σύννεφα έχουν ένα ακανόνιστο σχήμα, σαν να 'χει σβήσει κάποιος τον ουρανό με γομολάστιχα. Κάποια άλλα μοιάζουν φιλντισένια έτσι όπως ιριδίζουν στο φως του παγωμένου ήλιου.
Να, η Αθήνα του 2013 σκέφτομαι.
Ο ταξιτζής μιλά για τις κόρες του. Η μεγάλη του κόρη, καθηγήτρια αγγλικών - ευτυχώς έχει ακόμη δουλειά - αναγκάζεται όμως να δουλεύει σε δύο φροντιστήρια. Ζήτησε μαζί με τις λιγοστές συναδέλφους της (οι υπόλοιπες απολύθηκαν ήδη, κι αύριο ποιός ξέρει ; Ίσως να 'ρθει κι η σειρά της.) να τους κάνουν μείωση στο μισθό, για να μην μείνει άνεργη η άλλη συνάδελφός τους, η Άννα.
"Αυτά τα καθίκια στη βουλή, της έκοψαν το επίδομα ανεργίας για το καλοκαίρι" που δεν εργάζεται, λόγω ενός νέου νόμου που προβλέπει πως η 8μηνη εργασία δεν δικαιούται επίδομα ανεργίας. Ένας θεός ξέρει πως θα τα βγάλει πέρα το καλοκαίρι η μεγάλη κόρη του ταξιτζή. Η μικρή του κόρη, η Ελευθερία, παίρνει μόνο 264 ευρώ μισθό, ενώ εργάζεται ως λογίστρια σε 6ωρη απασχόληση. Τοσο πληρώνεται το πτυχίο οικονομικών από την Πάντειο  και το μεταπτυχιακό της, στην Αθήνα του 2013. Του ταξιτζή κοντεύει να του 'ρθει νταμπλάς.
Προσπαθώ να μην πανικοβληθώ για το μέλλον μου. Το μέλλον το δικό μου, της Άννας και της Ελευθερίας.
Ο ταξιτζής συνεχίζει "Γκρίνιαζα σε μια κυρία τις προάλλες πως η κόρη μου δουλεύει για 264 ευρώ. Με είχε και για τυχερό που τουλάχιστον δούλευε η κόρη μου. Ο δικός της γιος είναι άνεργος. Τόσο έχουν εξευτελίσει το επίπεδο της ζωής μας." Μπορώ να πω πως έχει άδικο ο ταξιτζής μας; Φυσικά και όχι!
Κοντεύει να μου 'ρθει εμένα νταμπλάς τώρα... Όχι πως δεν τα ξέρω...στην ίδια χώρα ζούμε όλοι... Μα έτσι όπως μ' έπιασε απ' τα μούτρα ο ταξιτζής, μόλις πάτησα σε αθηναϊκό έδαφος, μου 'ρθε κάπως απότομα...
Προσπαθώ να ξεχαστώ κοιτώντας τα φιλντισένια σύννεφα καθώς συνεχίζουμε προς τις στύλες του Ολυμπίου Διός.
Στο βάθος αγέρωχη στέκει η Ακρόπολη.
Είναι όμορφη η Αθήνα συλλογίζομαι.
Είναι όμορφη η ζωή.
Καταφέρνω κάπως να ρυθμίσω την ανάσα μου.
Θα τα καταφέρουμε.
Κι εγώ κι η Άννα κι η Ελευθερία.
Όλο και κάπως θα τα καταφέρουμε, καλή θέληση και όρεξη να υπάρχει και θα τα καταφέρουμε.

Μπήκα σπίτι. Ήρθε και η ΔΕΗ...
Θα τα καταφέρουμε.

Καλη σας μέρα απ' την τσουχτερή Αθήνα.

υ.γ. Χρόνια πολλά στους Γιάννηδες, τις Ιωάννες και τα λοιπά παρελκόμενα

αΘηνά.