Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Εκείνη


Ετερόφωτος πηλός η σελήνη παίρνει τις μορφές σου,
πλάθεται πυρωμένη στα δάχτυλά του νου μου.
Και γίνομαι έγκαυμα,
προτού γίνω στάχτη.
Στους παλμούς των μυών μου,
- Εραστές ακόμη,
οι γονείς της Ιδέας σου,
ενώνονται με πυρετικές, σπασμωδικές κινήσεις.
Σπάζει το μπουκάλι που κρατάω στα χέρια μου,
σκορπίζει στο πάτωμα, αιχμηρά θραύσματα ανάγκης.
Όλη νύχτα με ματωμένα πόδια, κυνηγάω τη φωνή σου στους λεπτοδείκτες.

Μια στέγη φωτός, το φεγγάρι, δίπλα στο κεφάλι σου,
σαν χορεύεις με τα χέρια διάπλατα ανοιχτά, τσιγγάνικες μελωδίες,
γύρω απ' την αμμουδερή, του μυαλού μου, φωτιά.
Σε πιέζω κι άλλο στις αντλίες των αντιστάσεων,
τόσο ώστε να εισβάλλεις επιπλέουσα στη σκέψη μου.
Τρεμουλιάζουν οι αρθρώσεις μου,
στην υποβρύχια ηχώ απ' τ' όνομά σου,
Αφήνω όλα τα όμορφα που γνώρισα ποτέ,
αρκεί να γυρίσει η βελόνα στο πικάπ,
πίσω στ' αυλάκι της φωνής σου.
Κρυφοκοιτάζω πίσω από μιμήσεις αδιάφανων, ημίφωτων κουρτίνων,
μήπως και δω τις παρυφές των μαλλιών σου.
Το διαχωριστικό στο μέτωπο απ' τ' αλάβαστρο των ματιών σου.
Ή την αντάυγεια του γιασεμιού στο γέλιο σου.

Πες μου, πώς γίνεται ό,τι αγγίζεις διάφανος χρυσός ;
Έλα να χορέψεις, σειρήνα, στο μπαλκόνι μου.
Ακούω τους νευρώνες μου, να ουρλιάζουν την Άρνηση του διάττοντος εγωισμού-
πέφτει αγιάζι στους ώμους, τους κάνει να κολλάνε αναλγησία.
Χόρεψε για μένα - Ξέχνα τα βήματα.
Αυτοσχεδίασέ τα.

Ύστατη έκκληση στους ήχους του λύκου του μοναχικού,
για την αγέλη της φωνής σου.
Τα όνειρά μου ψέλνουν για 'σένα αραχνοϋφαντους ιστούς
και προσευχές λευκές σαν την ανάσταση.
Τ' όνομά σου ράβεται μ' αιμάτινες κλωστές στο σώμα μου.
Συγχέει την υπόστασή μου.
Αλλιώς, τα κομμάτια μου θα εκτοξεύονταν πίσω σ' εσένα.
Κέντημα ανάτασης.
Σε μετονομάζω σε Παρελθόν, μα πάντα η ίδια μένεις.
Σαν άλογο, τυφλό, καλπάζεις,
κι ο καλπασμός σου συντρίβει τα 'αχ, να μου μίλαγες'
που κυκλώνουν επίμονα τ' αυτιά μου.

Μια τελευταία τζούρα έμεινα, κάπνισέ με. 
Τρέξε και πάτα με, γόπα που πέφτει στο δάπεδο.
Μ' άφησε ο ήλιος, στη ράχη του να ταξιδέψω μέχρι Εκεί,
αφού το φεγγάρι αιμορραγεί και πνίγεται από ώρα.
Ύστερα μ' εγκατέλειψε κι αυτός.
Κι οι πόροι μου πονάνε απ' την ψύχρα σου.

Πώς ν' ακούσω τους ήχους που πέσαν απ' τις τσέπες σου,
σ' αυτή την φασαρία της απόλυτης μόνωσης.
Προσηλυτίζομαι στον άφατο Θεό του ερχομού σου.
Οι φλόγες της ανάληψης, υγρές, κολπώνονται μέσα μου
ως την Τρίτη Παρουσία.
Αυτοτυφλώνεται κάποτε κι ο Παράδεισος, 
όταν ποθεί κολάσεις. 
Ηλίθια μετατόπιση τ' αφαλού του κόσμου-
Κηδεία πολυτελής των κριτηρίων ηθικής.

Θόρυβος από αρθρωσεις που τρίβονται απότομα
κι ένα ασημένιο χέρι ν' απλώνει τη γαλήνη.

Σε κυνηγάω στους λεπτοδείκτες.
Καθισμένη σε μια ξεθωριασμένη απ' τον ήλιο, πλαστική καρέκλα,
κινούμαι μπρος - πίσω αυτιστικά.

Αποσυντίθεται ο αντίλαλος της απουσίας σου, στα εσωτερικά μου τοιχώματα.
Σαπίζω στην έλλειψή σου.
[Πάλι βρήκα κάποια που σου μοιάζει,
όμως δεν είναι 'συ, όσο κι αν τη ντύνω ευλαβικά με τ' όνομά σου.]
Με περιγελάει, σιωπηλή η φεγγάρινή μορφή σου, στο στερέωμα.
Μόνο μια φορά ν' ακούσω ν' ανοιγοκλείνουν οι φτερούγες της σιωπής σου.
Να δω για μια φορά ν' ανασηκώνονται οι ακρογυαλιές στα χείλη σου -
κι ας μη σε προφτάσω ποτέ στους λεπτοδείκτες.

[Συνέχεια βρίσκω τη φωνή σου και τη χάνω.

Ώσπου, σ' ακούω.]

αΘηνά.


Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Παραμορφωτική αρθρίτιδα

Michael Nyman - The Promise

Κοίτα, το φόρεμά σου πιάστηκε στα κλαδιά παρελθόντων τριαντάφυλλων.
Η φωνή μου καθρεπτίζεται, σπασμένη και τραχιά
σ' ένα κάτοπτρο γεμάτο στίγματα από λάθος μεγεθυμένες όψεις.
Σκεβρώνουν τα δάχτυλά μου.
Πόσο καιρό θ' αντέξουν χώρια απ' τ' άγγιγμα, δεν ξέρω.
Χορδές σπασμένες στην κιθάρα της ώθησης.
Αδύνατον να ληφθεί μια νότα ολάκαιρης απόφασης.
Η σύγχυση εγκυμονεί το βήμα.
Μα το δικό μας, θα σαπίσει έμβρυο ακόμα.
Η σύγχυση εγκυμονεί την εξέλιξη.
Μα έχει παγώσει, πάχνη, η απόφαση στα ραγισμένα μου χείλη.
Προχωρώ σε γέφυρα μετέωρη, μα δειλιάζω.
Θολό μέσα στα δάση της Κίρκης,
συναντώ, κέρινο, το πρόσωπο σου.
Στρέφω και γυρίζω πίσω.
Κι ας ξέρω πως ο δρόμος αυτός, μια φορά σ' ανοίγεται.
Γκρεμίζω τα θέλω μου από βρεγμένα παράθυρα,
βουτηγμένη στην αμφιβολία της σιωπής σου.
[Είναι κι η σιωπή μιά απόφαση. Πιο τελεσίδικη κι από μια στρατιά παραταγμένες, ετοιμοπόλεμες λέξεις. Πιο εχθρική απ' όλες τους μαζί. 
Ίσως πιο εκδικητική και προδωμένη, πιο διψασμένη ή πιο κτητική. Σκόπιμη σιωπή.]
Οι ανάγκες μου συνοψίζονται.
Μία τρίχορδη λέξη.
Άηχη κατα τ' άλλα, μα τρομερή κάτω απ' τον καλοκαιριάτικο ήλιο,
με τη συνοδεία ξεκούρδιστων, λαχανιασμένων τζιτζικιών.
Ζωγράφισέ μου ένα σημάδι,
δεν θα χρειαστεί να σπάσεις τη σιωπή σου διόλου.
Γράψε στην άμμο το στίχο της στιγμής,
εκείνης που αιχμαλώτισε το μεταξένιο σου φουστάνι.
Μόνο κάντο γρήγορα,
προτού πνιγώ στον εαυτό μου και στην αμείλικτη ζέστα του μεσημεριού.
Κάντο τώρα, προτού σκεβρώσουν τα δάχτυλα μου για πάντα
στη στάση της ανεκπλήρωτης προσμονής,
της απωθημένης επαναλαμβανόμενης έκστασης.
Δώσ' μου το σημάδι, και θα 'ρθω
να ξεμπλέξω το φουστάνι σου απ' τ' αγκάθια της πληγωμένης άνοιξης.
Δώσ' μου το χέρι σου, η σύγχυση θα γεννήσει το βήμα μας.
Δώσ' μου το χέρι σου, προτού μας προλάβει η σήψη.

αΘηνά.