Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Θάλασσα Αγαπημένη

Ήσουν εκεί, οι γυμνές πατούσες σου
Βούλιαζαν στην μουσκεμένη άμμο
Τ’ ακροδάχτυλα σου πείραζαν τον αφρό
Κι αυτός μπλεκόταν με το μπλε της θάλασσας
Κι έτρεχε να ξεφύγει από το κύμα
Που έκανε μαζί του παιχνίδι.

Πόσο αγαπούσες τη θάλασσα,
Πόσα ανέφελα βράδια καθόσουν στην νοτισμένη άμμο
Μόνο για να την ακούς, να σκάει απαλά στα βράχια
Σαν να κολλάς το κοχύλι, κύημα της, στ’ αυτί σου
Αυτό είχε ακούσει τόσες φορές τον ήχο της, έλεγες,
Που τελικά τον είχε αποστηθίσει.
Και σαν το έπαιρνες απ’ την οικεία αγκαλιά της
Την αγκαλιά της μάνας θάλασσας,
Τον επαναλάμβανε για να μην ξεχάσει-
Για να τον θυμάται, σαν τον σταυρό της μητέρας,
που το παιδί κρατά μετά τον θάνατο της,
ιερό φυλακτό κι ευχή παντοτινή να το συντροφεύει.
Κι έτσι τις κρύες νύχτες που το μέτωπο σου,
πύρωνε σαν το μέταλλο στη φωτιά, το έβαζες στ’ αυτί
Παραίσθηση έλεγες, πώς άκουγες σειρήνες
Κι αποκοιμιόσουν στην αγκαλιά της θάλασσας αγαπημένης

Μόνο για ν’ ακούς το κύμα της να σκάει στα βράχια,
Πόσες φορές το σούρουπο την κοίταζες να μπλαβίζει
Να σκουραίνει όλο και πιο πολύ
Τότε έλεγες έβγαιναν οι σειρήνες, οι γοργόνες
Και σκούραιν’ ο βυθός, του ανθρώπου το μάτι να μην βλέπει
Τα στοιχειά, μυστήρια,
Γιατί ο άνθρωπος ρωτά…
Καλύτερα είναι να μην ξέρει.

Κι εσύ πόσες φορές κάτω απ’ την πέργολα της αυλής
Δεν έμεινες ν’ ακούς τον ήχο της βροχής
Καθώς ενωνόταν τελετουργικά με το νερό
Έλεγες «Η ειμαρμένη ήταν εδώ να καταλήξει.
Όπως ο άνθρωπος περνά στο χώμα ξανά όταν έρθει η ώρα».
Κι αυτή η αλμύρα της ήταν πάντα στο κορμί σου,
σαν να ‘χε ποτιστεί μ’ αλμύρα το κορμί σου,
απομεινάρι από κάποια αλλόκοτη επαφή,
σαν εραστές εσείς αλλόκοτοι, μαγεμένοι,
ή σαν να ‘σουν βότσαλο κ ’συ,
γέννημα της, ψάρι έξω απ’ τα νερά του.

Η κούνια από καραβόπανο στην αυλή,
αγαπημένη θέση, κοιτούσε το πέλαγο κι αγνάντευε καΐκια στ’ ανοιχτά,
κι εσύ αρεσκόσουν να μαντεύεις την ψαριά τους,
τους γλάρους να κοιτάς, το κύμα ν’ αγαπάς, την μυρωδιά
της θάλασσας αγαπημένης να ρουφάς και να εθίζεσαι, όλο και πιο πολύ.
Κι όταν αυτή αντάριαζε ήσουν ανήσυχη,
βημάτιζες νευρικά πάνω κάτω στο μικρό κουζινάκι,
κοιτώντας πάντα το παράθυρο και ψιθυρίζοντας λόγια ακατανόητα
-σαν να ‘κανες παράκληση να ημερώσει.
Τα μάτια σου έπαιρναν χρώμα κυανό βαθύ, εκείνες τις μέρες, θυμάμαι.
Σαν να ‘ταν τώρα δα, με 'κείνη τη φούστα την λευκή,
και 'κείνη τη ζακέτα την γκρίζα που σου έπεφτε φαρδιά
να ‘χει απ’ τους ώμους σου κυλήσει, σε θυμάμαι,
Να τρέχεις, να γελάς, να πλατσουρίζεις.
Να παίζεις σαν μικρό παιδί, ν’ απολαμβάνεις την υγρή επαφή
Τ’ αλάτι στάλες στα μάγουλα σου να στεγνώνει,
θαλασσινό αγέρι τα καστανά μαλλιά σου να φυσά,
Όμορφη σαν Νύμφη, Νεράιδα της θάλασσας εσύ.

Άλλοτε πάλι ξυπόλητη στην αμμουδιά
μάζευες πέτρες, ξύλα και κάθε λογής κοχύλια,
Και στόλιζες μ’ αυτά κάθε του σπιτιού μας γωνιά.
Τα μπλε σου μάτια, καθρέφτες του ονείρου,
τα κρύα βράδια έχυναν δάκρυα καυτά μα σιωπηλά.
Δάκρυα που πλημμύριζαν αυτό τ’ απέραντο γαλάζιο των ματιών σου,
Και με μια παλίρροια ξεχύνονταν απ’ τα αυλάκια τους,
ανίκανη εσύ να τα κρατήσεις, κυλούσαν, κύματα διαυγή,
στην σταράτη αμμουδιά των ζυγωματικών σου.
Κι όταν γλυκοχάραζε, θαρρώ,
ξυπνούσες απ’ το πρώτο της αυγής το καλημέρα,
Κι έβγαινες στο δροσερό πρωινό με το νυχτικό,
μόνο για να την αντικρίσεις
να στραφταλίζει, διαμαντένιο κόσμημα,
σαν να ‘ταν πασπαλισμένη από ασημόσκονη που ‘χε πέσει απ’ του ήλιου,
σα χασμουριόταν, τις αχτίδες ή απ’ του φεγγαριού την έξοδο
την ιπποτική χτες βράδυ.

Τις ολόφωτες μέρες καθόσουν στην πάνινη κούνια της αυλής
διάβαζες Μπροντέ, Όστιν, Χεμινγουέι όλα πολυκαιρισμένα,
λιωμένα απ’ την επανάληψη.
Κι όταν το βλέμμα έστρεφες σ’ αυτή, ωχρό, κουρασμένο απ’ την ανάγνωση,
Σ’ είχα πολλές φορές παρατηρήσει θυμάμαι,
στα μάτια σου να σχηματίζονται θάλασσες,
Σαν ν’ αντανακλούσε ο ήλιος στη θωριά σου
τ' αγαπημένο σου θέμα, την θάλασσα αγαπημένη.
Τις φεγγαρόλουστες νύχτες όταν το φεγγάρι
απολάμβανε την ομορφιά του, νάρκισσος ολόγιομος,
στην ατάραχη επιφάνεια της θάλασσας σου
Εσύ χάζευες νωχελικά το τοπίο,
φανταζόσουν κι έπλεκες ένα ερωτικό ειδύλλιο ανάμεσα τους
μα πάντοτε η θάλασσα απέρριπτε το φλογερό φεγγάρι,
δίνοντας του ελπίδες μέχρι να ξαναγεμίσει.
Κι αυτό πληγωμένο απ’ την απόρριψη της,
Μίκραινε, μέχρι που χανόταν τις ασέληνες νύχτες,
λες και πνιγόταν για χάρη της στα σκοτεινά νερά της.

Και 'συ στο βραδινό κολύμπι σου, μονάχη,
Γυμνή, σαν να γεννιόσουν μόλις
Πήγαινες να παρηγορήσεις το πληγωμένο
φεγγάρι καθώς καθρεφτιζόταν κι έτρεμε απ’ τους λυγμούς του,
στα σκοτεινά αμείλικτα νερά της.
Και σαν στο φως του λουζόσουν ήρεμη, σαν να σουν στο στοιχείο σου,
έμοιαζες ν’ ανήκεις σ’ αυτήν στ’ αλήθεια, στη θάλασσα αγαπημένη,
Σε φανταζόμουν καθώς βουτούσες, θέση στα δυό σου πόδια
να ‘βγαζες ουρά, πράσινη κι ιριδίζουσα.
Γοργόνα παραδομένη στον χορό της μόνης σου αγάπης
βγαλμένη απ’ της Χαλιμάς τα παραμύθια,
χίλιες και μία νύχτες να λικνίζεσαι μες’ τα νερά της,
προσμένοντας για τη δική σου βουβή λύτρωση
ένα να γίνεις μ’ αυτήν, τη θάλασσα αγαπημένη.


αΘηνά. 


2 σχόλια:

  1. Ενα συναρπαστικό παραλληρημμα ο λεκτικός σου χρωστήρας με μετέφερε στην άκρη άκρη της θάλασσας να κρυφοβλέπω τις συναρπαστικές σκηνές που περιγράφεις, Λατρεύω τη θάλασσα και είχα πολύ στενή σχέση μαζί της μέχρι λίγο πριν την ατυχία της μαστεκτομής, που κάπως με φρενάρισε.
    Σ' ευχαριστώ για την απόλαυση....συγχαρητήρια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σ' ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια Ελένη. Σε αγγίζει μάλλον γιατί τυχαίνει να έχω κι εγω αδυναμία στη θάλασσα, η ψυχοσύνθεση μας ταιριάζει λοιπόν. Ελπίζω να είσαι καλά και υγιής :)

    Σε φιλώ, αΘηνά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή