Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Cold hands


Ντύσε τη σιωπή σου μ' αυτό : Gnossienne No. 1,2,3 Erik Satie

[Κάποτε θα γράψω ένα ποίημα. Θα το λεν' "Ασυναρτησίες".
Θα παίζει, το ραδιόφωνο στη συχνότητα ερώτων, αδιάφορων.
Σαν κι αυτούς που βλέπεις κάτι πρωινά με καταχνιά να ψυχορραγούν στα πεζοδρόμια.
Στη σκουριασμένη μου τέντα, η βροχή θα μιμείται τον ήχο ρολογιού μ' αρρυθμίες,
κι ο καπνός απ' το τσιγάρο σου, θα βηματίζει υστερικά, πάνω κάτω.
Πάνω κάτω.
Θα καθίσω ανακούρκουδα στο πάτωμα, κοντά στο παράθυρο,
τόσο που η ανάσα μου θα νοτίζει το τζάμι και θ' αναμένω εκστατικά, τα δευτερόλεπτα που η νύχτα,
θα μοιάζει με πρωινό μουντής σχολικής Δευτέρας.
Κάτι τέτοιες Δευτέρες είναι που μας αποκαλύπτεται ο Κόσμος. 
Όμως είμαστε πολύ μίζεροι, πολύ απασχολημένοι για να προσέξουμε τούτη την αποκάλυψη.]

Κι εσύ μια τέτοια Δευτέρα, θα ξανάρθεις.
Θα πιέσεις το χαλασμένο κουδούνι,
με 'κείνο το ίδιο δάχτυλο που μου 'δειξες την έξοδο.
Θα περιμένεις για λίγο...
Θα γυρίσεις το βλέμμα σου προς τα πάνω,
θ' αντικρίσεις στο μουχλιασμένο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου,
μια σταγόνα που θα ετοιμάζεται να βουτήξει στο κενό.
Τ' όμορφο πρόσωπό σου θα πάρει μια έκφραση αηδίας.
Θα κοιτάξεις γι' άλλη μια φορά το κουδούνι.
Ύστερα θα γυρίσεις την πλάτη σου,
κι έπειτα από μια μικρή αμφίβολη ακαμψία
θα φύγεις.
Μόλις κάνεις το πρώτο βήμα, θ' ακουστεί ο αδιόρατος ήχος
της σταγόνας που αυτοκτόνησε.
Θα 'ναι σαν να σημαίνει το τέλος.

Θα πιέσεις τον εαυτό σου να μην κοιτάξει πίσω.
Στη διαδρομή θα σκέφτεσαι πόσο καλύτερα είναι έτσι τα πράγματα.
Θα σκέφτεσαι τί θα 'χε συμβεί, αν είχα ανοίξει την πόρτα.
Θα θυμώνεις που δεν άνοιξα.
Θα προσπαθείς να διώξεις αυτές, τις άχρηστες σκέψεις.
Δεν θα θέλεις να πιάνουν άλλο χώρο στην μνήμη του μυαλού σου.
Θα βάλεις τ' ακουστικά στ' αυτιά σου,
θα πιέσεις τον εαυτό σου να συγκεντρώσει το βλέμμα του
στις σταγόνες που κυλάνε στο χαραγμένο τζάμι του λεωφορείου.
Δεν θα κλάψεις.
Δεν θα υπάρχει λόγος.

Και 'γω θα σκέφτομαι πώς θα 'ταν άραγε αν είχες έρθει.
Αν η δειλία σου δεν ήταν τόση...
Αν είχες χτυπήσει το κουδούνι μου.
Θα κοιτάζω τον κέρσορα ν' αναβοσβήνει στη λευκή οθόνη,
και θα προσπαθώ να διώξω αυτές τις σκέψεις.
Δεν θα κλάψω,
άλλωστε δεν θα υπάρχει λόγος.
Θα μείνω εδώ στο πάτωμα,
και θα συνεχίσω να κρυώνω.
Γιατί, δε ξέρω αν στο είπα.
Κρυώνω χωρίς εσένα.
Ό,τι εποχή κι αν είναι.

Κι όλες οι κουβέρτες του κόσμου,
κι όλες οι σόμπες,
δεν φτάνουν για να διώξουν το κρύο,
Όμως μια σου λέξη αρκεί, ή ένα σου βλέμμα,
από 'κεινα που μπορώ να τα διαβάσω μόνο εγώ.
Εκείνα που γεννήθηκαν για μένα.

Κι έτσι τα πρωινά του Σαββάτου θα παραμείνουν βαρετά.
Θα βουλιάζουν στο «χώρια» τους.
Κι οι Κυριακές θα ξεθωριάσουν,
θα γίνουν κι αυτές
μουντές - σχολικές Δευτέρες,
κι οι εβδομάδες θα περνούν κρύες και μουδιασμένες,
όπως κι οι εποχές.

[Και δεν ξέρω αν θα 'πρεπε το ασυνάρτητο ποίημα μου να τελειώσει εδώ.
Ν' αφήσει να περνούν οι ώρες στον αυτόματο πιλότο.
Την ώρα που το ραδιόφωνο θα παίζει στη συχνότητα ερώτων άτολμων.
Σαν κι αυτούς που συναντάς στις αυλές των δυστυχισμένων.
Κι η βροχή να χορεύει ειρωνικά, κλακέτες στην σκουριασμένη μου τέντα.
Ή αν πρέπει να τ' αφήσω να πλάσει ένα δρόμο, να γυρίσει πίσω το χρόνο στο χαλασμένο μου κουδούνι. Στο χαλασμένο μου μυαλό.
Είναι που θα 'θελα να ζητήσω τη γνώμη σου.
Είναι που θα 'θέλα να μαθαίνω τις σκέψεις σου.
Θες...είναι που κρυώνω χωρίς εσένα και δυσκολεύονται τα παγωμένα μου χέρια να γράψουν τις λέξεις στο χαρτί.
Σκαλίζω το κεφάλι μου, σαν παλιό σκοροφαγωμένο συρτάρι, μήπως και βρω κανένα αντικείμενο μαγικό, να γυρίσει το χρόνο πίσω.
Κι εκεί σταματάω να ψαχουλεύω...
Αφού το ποίημα μου δεν το 'γραψα ακόμα.]

αΘηνά.


Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Απολογισμός

Και συνηθίζω μέσα στο σκοτάδι
ενώ βουλιάζω στην υπερβολή μου,
με ενοχλεί πολύ το φως π' ανάβεις
της ενοχής μου, της στρατηγικής μου.

Κι αφού όλοι μου λεν' ν' αλλάξω,
να κοιμηθώ μια νύχτα μες το χρώμα
Θυμάμαι πως από μικρή όταν ήμουν
παιχνίδια έπαιζα όλα από χώμα.

Τις νύχτες που μυρίζουν νύχτα,
κι εκείνες που θυμίζουν μέρα
Σαν αστραπές που σφάζουν τον αέρα
κι ένα φιλί που ψιθυρίζει ξέχνα.

Μην λες ποτέ πως κι αύριο θα είσαι
Αφού ποτέ δεν είχες πει αλήθεια
Μην έχεις εύκολο το ψέμα,
τις νύχτες που θυμίζουν μέρα.

Κι αυτό το φως που το αναβοσβήνεις,
τη μια στιγμή με εφιάλτη μοιάζει
Την άλλη την ψυχή μου βγάζει
φτερά της δίνει μήπως και πετάξει.

Δεν έχω διάθεση να πω αλήθειες,
αφού ότι ζήσαμε θυμίζει ψέμα,
Μα όταν ξεπερνώ τους δείκτες
και το τσιγάρο ξαναγίνεται ένα

Το μυαλό μου μηδενίζω
και το γεμίζω πάλι από 'σένα.
Αν έβλεπες τι άντικρίζω,
ίσως ερχόσουνα ξανά σε μένα.

Γιατί το ξέρεις πως ποτέ δεν ήρθες,
μια νυχτερίδα απ' το μυαλό να διώξεις
Μόνο άφηνες τον πύργο να στοιχειώσει
και το αδράχτι να χτυπήσει φλέβα.

αΘηνά.