Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Τα χνάρια τ' ανέμου

Moonlight Mile - Rolling Stones

Μιάμιση ώρα, στην αρχή.
Μιά μέρα, ύστερα.
Δυό.
Τρείς.
Τέσσερις.
Πέντε μέρες...
Κι όλο λέω να πάψω να μετράω σε μέρες.
Ν' αρχίσω να μετράω σ' αφαιρέσεις.
Σε βυθισμένα καλοκαίρια,
κι έπειτα σ' αναίτια φθινόπωρα.
Λιγοστεύουν οι μνήμες κι οι ελπίδες σαν αφαιρείς.
Ανάλογη η ελάττωση της πράξης-
Έτσι όλα λιγοστεύουν όταν τ' αφαιρείς.
Μόνο τα λάθη.
Εκείνα μόνο στην πρόσθεση είναι προσφιλή.
[Κοίτα, πάλι τείνω προς τις γενικεύσεις...
Κι ούτε που τ' απολαμβάνω.]

Λέω ν' αρχίσω να μετράω σε χνάρια.
Τα βρίσκει κανείς στις αμμουδιές αφημένα,
μαζί με ξεχαρβαλωμένες σαγιονάρες
και κουφάρια λησμονημένων εξαρτήσεων,
πλάι σε άδεια μεθυσμένα μπουκάλια,
και ρέμπελους τελειωμένους αναπτήρες,
σκόρπια κομμάτια πλαστικές αναμνήσεις,
άλλες φανερές κι άλλες θαμμένες στην άμμο.
Αξίζει τον κόπο μια βόλτα,
να μαζέψεις τις ιστορίες τους.
Έχουν τόσο να διηγηθούν.
Καλύτερα να πας με το δείλι.
Τότε είναι που τα πιάνει εξομολογητική διάθεση.
Πού όρεξη για τέτοια κάτω απ' το φλογερό μάτι του ήλιου ;
Μόνο πίνουν όλη μέρα αλμύρα, για να ξεχάσουν.
Άσε που τ' απόβραδο ξέρει καλύτερα να κρύβει τ' ανατέλλοντα δάκρυα.
Και τα μαϊστράλια ξέρουν καλύτερα να δροσίζουν
τις πυρωμένες πίκρες τους.
Κομπρέσες λυκόφωτος.

Δεν βαριέσαι ; Όσαν χνάρια κι αν μετρήσω,
Πάλι δεν σε χωράνε.
Καλύτερα να τα σκορπίσω στον άνεμο.
Όλα μαζί μπορεί να φτάσουν κάπου.
Ίσως να βρουν και τον δρόμο που βγάζει μπρος στα δυό σου πόδια.
Τα γυμνά βήματα, ξέρουν να διαβάζουν τ' άστρα, 
καλύτερα απ' τα διψασμένα χέρια.

Θ' ανέβω εκεί ψηλά.
Στην ελιά της Εύας.
Σαν πάρει να φυσάει σιροκολεβάντες.
Εκείνον που στα μέρη μου φωνάζουν Ερημίτη,
να τα τρέξει, να περπατήσουν πέρα.
Πάνω απ' τα στάχινα κάστρα που χρυσαφίζουν,
Πέρα απ' τα μπλέ τοπάζια του πελάγους,
και τ' απογευματινά μπλαβιά σύννεφα τ' ορίζοντα.
Ώσπου κάποτε λιωμένα,
απ' του Ερημίτη τις βαθιές, ροζιασμένες χούφτες,
φτάσουν σε σένα.
Θα 'ναι κάποια ξελιγωμένη αυγή
που θα τ' αποθέσει πλάι στα κοιμισμένα γόνατά σου,
ντυμένα την λευκή άχλη της ένωσης,
θα δακρύσουν σταγόνες απάγκιου στις ρόδινες,
μυρωμένες γάμπες σου.
Έτσι χυμένη όπως θα 'σαι στου ύπνου την απαλή αιώρα.
Άφησε τα βήματά μου να σου πλύνουν τα προδωμένα πέλματα.
Κίνηση πρωινής μετάνοιας.
Και σαν ξυπνήσεις, φύλαξέ τα,
δώρα, στον κόρφο των ματιών σου.

{Θησείο. Οδός Θέμιδος γωνία. 
Πάνω που ξεμυτάει Πειραιώς.
Κι απέναντι το μπαλκόνι με τις Καρυάτιδες, 
να σου γελούν δροσερά μες την αποπληξία της πόλης.}

Συνεχίζω.
Έξι μέρες.
Επτά.
Μια βδομάδα και μια μέρα...

[Ἕνας αἰῶνας 
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.*] 

αΘηνά.

*Η τελευταία φράση είναι απόσπασμα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, Γυμνό Σώμα (Ἀθήνα 24.9.80)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου