Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Τάδε

Ντύσε τη σιωπή σου μ' αυτό : Your Hand in Mine - Neighbours

Εκείνος.
Σταμάτησε να την αγαπά προτού να την γνωρίσει.
Είχε στα χέρια του τρίμματα βίας
Βλέμματα κενά,
εικόνες που θ' αντηχήσουν εκδίκηση.
Κι αυτά τα πράγματα δεν είναι ποτέ φθηνά.
Πάντοτε κοστίζουν

Συγχώρεση.

Εκείνη.
Τον ερωτεύτηκε πολύ πριν τον γνωρίσει.
Την ιδέα του μόνο.
Μια απροσδιόριστη έκφραση του εγώ του.
Είχε στα χέρια της κορδέλλες λευκές,
Μαξιλαρένια πούπουλα.
Κι αυτά τα πράγματα ποτέ δεν είναι φθηνά.
Είναι ανεκτίμητα.

Κι όμως, σου δίνονται απλόχερα.

Συναντήθηκαν ένα κρύο πρωινό του μήνα Τάδε,
στην πόλη Τάδε,
την Τάδε εποχή.
Στις 6 παρά τέταρτο.
Κι είχε μόλις αρχίσει να βρέχει.
Μα τί σημασία έχει ;
Εκείνος την κοίταξε αυθάδικα.
Εκείνη τον αναγνώρισε.

Δεν αντάλλαξαν μήτε μια λέξη.
Συζήτησαν όμως με τις ώρες.
Με τα χρόνια.

Κι είπαν πολλά.
Είπαν για χήνες λευκές,
γι' ακρογυάλια παραδωμένα,
τουφέκια στιλβωμένα αίμα,
για κυνήγι αγριογούρουνων
ακόμη και για τις αργόσυρτες γραμμές
που διαγράφουν οι γυμνοσάλιαγκες
στα τσιμεντένια δώματα.

Όμως δεν μίλησαν ποτέ τους.
Κανείς απ' τους δυό τους δεν ξέχασε
εκείνη τη συννεφιασμένη τους συνάντηση,
που δεν έμοιαζε με καμία άλλη.
Ήταν ένα ραντεβού απροσάρμοστο.
Ένας χτύπος που χάθηκε.
Ένα δευτερόλεπτο που λιποτάκτησε.
Μια σταγόνα που αρνήθηκε να πέσει.
Ένα αστέρι που ναυάγησε.

Δεν έμοιαζε με κανένα άρωμα.
Κι όμως μύριζε σαν ξενύχτι μυστικό.
Ανοιξιάτικα μυρωμένο.
Παράταιρο.
Τη λάθος εποχή.
Ίσως το φθινόπωρο.
Και ποιός σιμαίνει στα παράταιρα ;
Προσπέρασαν κι οι δυό.

Απομακρύνθηκαν με βήματα τεντωμένα -
μετανιωμένα κιόλας-
μακριά απ' την δίνη του πειρασμού
με ρότα τους το φόβο
μιας αδίστακτης λαχτάρας.
Τί κάνουν τώρα ;
Κοιμούνται ανήσυχα.
Ξυπνάνε κουρδισμένα.

Ραγίζουν.
Κάθε μέρα κι από λίγο.
Γεμίζουν μικρές ρωγμές
τ' αγαλματένια σώματά τους
Σπάνε.
Ξεφτίζουν.
Κι απ' τη σκόρπια τους συνείδηση
νήματα μπλέκονται
κάθε τόσο στα κουρασμένα όνειρα τους.
Λυγίζουν.
Τα σιδερένια τους μυαλά σιγολιώνουν
στο καμίνι της επιθυμίας
που αρνήθηκαν.

Μα θυμούνται.
(Η μνήμη πιο ανθεκτική)
Εκείνος θυμάται την καυτή ανάσα
που δεν γνώρισε,
κι εκείνη τ' ασημένιο χάδι.
Τα σκοτάδια εκείνος,
τ' ανοιγμένα παράθυρα αυτή.
Τ' αγγίγματα και τα φιλιά
τις νότες, τ' απογεύματα,
τα ηλιοβασιλέματα, τις αγκαλιές,
τις βόλτες τις ξέσκεπες
τις λιωμένες αμμουδιές

Τις άφησαν πίσω.
Και θα 'ναι πάντα
ξέσκεπες βόλτες
κι αμμουδιές άγνωστες,
φιλιά κι αγγίγματα
που καίνε
γιατί δεν δόθηκαν,
νότες κι απογεύματα άηχα
αγκαλιές και δύσεις άδειες.
Στο σκοτάδι εκείνος,
μ' ανοιχτά παράθυρα αυτή,
Μήπως τον δει τυχαία
να περνά στη γωνιά του δρόμου.
Μάταια.
Πράγματα σαν κι αυτά πάντα κοστίζουν ακριβά.
Πράγματα σαν κι αυτά είναι πάντα ανεκτίμητα.

αΘηνά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου