Τρίτη 7 Απριλίου 2020

χίμαιρα


κάθισε κάτω πλάι μου,
είμαστε κι οι δυό μας δάση·
θα σε μάθω ξανά
πως ν' απλώνεις τα χέρια στο χώμα
πως –
να τα βυθίζεις, να τ' αφήνεις 

εκεί να ριζώσουν
με δαιδαλώδεις διακλαδώσεις
ίσα με τη χάση.
πως να σε ποτίζει η βροχή,
και να σε θρέφει ο ήλιος,
να βυζαίνεις ηλιαχτίδες
όπως σου πρέπει

κάθισε κάτω πλάι μου,
θέλω να μου πεις το ριζικό μου·
βάδισε το δάχτυλό σου στην 

παλάμη μου
χύσου εκεί στο δέλτα 
που 
συναντώνται οι ζωές μας
κολύμπησε μέσα μου, ρίξου 
απάνω μου καταρράκτης
garganta del diablo –
θα με μάθεις να επιπλέω
ανάμεσα στα έπιπλα
και να ίπταμαι σεληνιασμένη σε 

ύπτια στάση·

ένα βράδυ που θα 'χουν τελειώσει 

όλα αυτά
κι αφού μπολιάσουμε τις ρίζες 

των χεριών μας σ' αρχαίες πλεξούδες,
θα βουτήξουμε στην έναστρη 

επιδαύρεια νύχτα,
στις εκβολές του βουτυρένιου 

γαλαξία:
τόσο μικροί και απέραντοι,
αγάπη μου 

αΘηνά. 


Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

άσηπτος νέκρωση

κλεισμένοι εδώ μέσα ―
βρίσκουμε καινούργιες χρήσεις στα άνθη
τους φτιάχνουμε προθήκες χάρτινες
κλινοσπεπάσματα από τιτιβίσματα
(εγκοίμηση φριχτή μιας χαμένης άνοιξης)
και τ' αποθέτουμε εν τόπω αναψύξεως,
ξημέρωμα Μεγάλης Παρασκευής
κλεμμένο δεντρολίβανο και κουλιάστραντο
κάτω απ' το μαξιλάρι
για να δω ποιός θα με πάρει ―
επώαση εαρινής ονείρωξης
και σ'ένα βράδυ μέσα
ασπρίζουν τα μαλλιά μας ―
διυλιστήρες τ' αργυρού φωτός
σαν τάφοι ασβεστωμένοι
κατάσπαρτοι λευκά χελιδόνια

κλεισμένοι εδώ μέσα ―
βρίσκουμε καινούργιο ανάθεμα στα άνθη
γιατί μας πονούν
έτσι που δαυλίζουν το φως
έτσι που σφαδάζουν το χώμα ―
μεθάμε ασθμαίνοντας νυχτολούλουδο
κι ασελγούμε φθονερά
πέρα στις ξόβεργες θρυμματισμένων άστρων
μια αιμωδία ακράτητη ―
καταχρώμαστε τη γλώσσα
ο ένας του άλλου
κι ύστερα καταπίνω τον λυρισμό σου αμάσητο
εγκάθειρκτη σε μιαν ιδέα φεγγαρόφωτου
κι εγκυμονώ μέσα μου μούσες
ως τον κλήδονα

αθηνά.




Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

γενηθήτω το θέλημά μου


μια τέτοια νύχτα καραντίνας
κι ενώ
κοιμάσαι ήσυχα ―
δέκα λεπτά απ' το προσκεφάλι μου,
ασημώνω τη βροχή
που αγριοδέρνεται
στις ξεσκισμένες τέντες
και λυσσομανάει
τα σκουριασμένα κάγκελα,
να με ξεπλύνει·
να παρασύρει το σπέρμα μου
και να με στάξει σύγκορμη
απ' τις υδρορροές στο μπαλκόνι σου
να ποτίσει την καύλα μου
στα φθισικά πεζοδρόμια
στις υποσιτισμένες νεραντζιές
να μην μπορείς άλλο πια να κοιμηθείς,
να ησυχάσεις τα μεσημέρια,
να με μυρίζεις στους δρόμους,
να τρυπώνω απ' το νυχτερινό παράθυρο
ολονυχτία στη στύση σου·
να τη γονιμοποιήσει,
να τη βαστάς μπουμπούκι
ξέφρενο κατακόκκινο
έτοιμη να εκραγεί
παλινδρόμηση δίχως ανάσα
καύλα επάρατη

γενηθήτω το θέλημά μου

αΘηνά.



Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

τα χαϊδευτικά

[άκου αυτό]

σήψη μου, ζωή μου

γκαζόν μου απότιστο
κατακαλόκαιρο
ήλιε μου ντάλα και
κομμένα φρένα μου
λιγοθυμιά και σκόνη μου
σπηλιά μου ανήλιαγη
έλος μου συμπαγές
τέλος μου μαντεμένιο
εωσφόρε μου, ατελέσφορέ μου
μπόρα μου, χώμα μου
Χιροσίμα μου
στύση μου κι ανάφλεξή μου
κρίση πανικού μου
Περλ Χαρμπορ μου
υπερηχητικό μου αεροσκάφος
πόλεμέ μου αδιάκοπε
πυξίδα μου
Yilduz μου
Κωνσταντινούπολή μου  
γυαλί μου στις όχθες του Βοσπόρου
φαινόμενό μου, θαύμα μου όγδοο και πρώτο
κρόκε κι ασπράδι μου
όλο το τρυφερό το κόκκινο
του καρπουζιού
σπατάλη μου,
σκυτάλη μου,
λεπίδα μου
ενίοτε αιχμηρή,
κάποτε με το έψιλον αρχινάς
αχινε μου
με ύψιλον
φύκι μου ταξιδεμένο
που κολλάς ανάμεσα 
στα μπούτια μου
αλάτι μου, ζωή μου
κρατήρα μου και ρήγμα ενεργό
τεκτονική μου πλάκα
σπίρτο μου, καύτρα μου
σημάδι στο δεξί
καρπό μου
τρέμουλο στο χέρι μου
βομβαρδισμέ μου
κράσπεδό μου ρημαγμένο
απομεινάρι μου
συντρίμμι, συντριβή μου
μικρό μου δοξάρι,
συναξάρι,
μουσική μου, φθόγγε μου
εναρμόνιε
γιασεμί μου ματζόρε
παιδικό μου μεσημέρι
και μελτέμι μου, βουτιά μου
πλωτή μου λύση
απώθησή μου άγνωστη
απόληξη μου άφθαρτη
ιερή μου απόγνωση
και γνώση μου ήμερη
Τσερνόμπιλ μου ραδιούργο
διαστημόπλοιό μου
γκρεμέ μου, γούρνα μου
φαράγγι μου απροσπέλαστο
λαρύγγι μου αδιάβατο
βουνό μου – ποτε δεν θα σ’ ανέβω
κορυφογραμμή μου
Δολομίτη μου
ωδή μου, αγρίμι μου
σεντέφι μου
γρατσουνιά στα μάγουλα
συρραπτικό μου στο συρτάρι
συνδετήρα μου, διακορευτή μου
(με τρυπάς, με ουρλιάζεις)
βασιλιά μου, σκλάβε μου
Ιούδα μου, φυλή μου
ύμνε μου ακάθιστε
σιρόκο μου, σιρόπι για το
βήχα του χτικιού
ηρεμιστικό μου και μαινάδα μου
με nada μου και todos

αΘηνά.





Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020

μουσ(εί)α


όλη η μέρα μετριέται σε
σπαράγματα·
ψηφιδωτών αγαλμάτων λυκήθων·
αμφορέων σκέψεων 
ερυθρόμορφων πρώτα, 
ύστερα ασφυκτικά μελανόμορφων 
ούτε που ήξερα πως ήταν εκεί, 
θαμμένες 
ούτε που πρόφτασα να τις ξεθάψω
κι ανάσαναν· κι ανασαίνουν 
και τίποτα άλλο δε μ' αφήνουν 
να σκεφτώ απ' τα σπαράγματα 
της φωνής σου, 
η κυριακή μετριέται σε
σπαράγματα
κι ανασυνθέτω ψηφιδωτά 
τα πέτρινα 
χείλη σου


αΘηνά. 




Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2019

κενοκτηνοσύνη

άκου αυτό

Τί κάνεις πώς περνάς
Ποιά αιχμηρή αμηχανία
σε ξεκοιλιάζει
Πώς γερνάς πώς υποφέρεις
Πού σκορπίστηκες σήμερα
Γειά τί κάνεις πώς περνάς
Κάθετες απαντήσεις
ζωές οριζόντιες δίχως
διακυμάνσεις
Συμβαίνουν εδώ κι εκεί
Εκεί αδυνατώ να είμαι
εδώ εκπυρσοκροτώ και φλέγομαι
μια απανθράκωση γελοία
που στάζει ανεκπλήρωτο
φωνάζει αηδία
Μια αγένεια καλύπτει το δέρμα σου, μια παλινωδία
ενα βλέμμα συγκεχυμένο
Διαβάζω τις λέξεις μία προς μία
μήπως καμιά παράπεσε
μήπως κάποιο ξεχασμένο γράμμα ευδοκιμεί
μήπως φυτρώσει εκεί κάτω κάποια σκέψη
Η σκέψη για παράδειγμα πως δείλιασες
Η σκέψη πως δεν θα ξαναδειλιάσεις
Μα τα δειλινά μοιάζουν με τα δειλιάσματα
γέρνουν αναπόφευκτα προς τη σελήνη,
όπως και τα δάκρυα.

αΘηνά.