Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Πόσο

-Πες μου πως σου έλειψα
Πες μου
Πόσο
-Λύσε τα μαύρα, στιλπνά μαλλιά σου 
Ένα κομμάτι δέρμα στο πλάι του λαιμού σου 
πάλλεται ρυθμικά στην ηχώ της αγάπης 
Με φωνάζει 
[Φίλα με δάγκωσέ με φάε με χάιδεψέ με.]
-Πες μου πόσο 
Πόσο 
-Ούτε συγγνώμη, ούτ' ευχαριστώ 
Δεν τα χρειάζεσαι.
Δεν υπακούς στις λέξεις.
Τις ορίζεις απ' την αρχή.
[Νιώσε με χτύπα με αγκάλιασέ με διώξε με φίλησέ με.]
-Μην μ' αφήνεις σημάδια. 
Μ' αφήνεις. 
Σημάδια.
-Θα γράψω τ' όνομά σου σ' όλα τα πεζοδρόμια.
Θα το βλέπουν όσοι περπατούν σκυφτοί.
Θα σ' αγαπούν όλοι.
Θα σε ζηλεύουν όλοι.
[Ζήλεψέ με διώξε με ζήλεψέ με κράτα με.] 
Ανήκεις άραγε σε κάποιον ; 
Άργησα. 
Ήρθες νωρίς. 
Πρέπει να φύγεις. 
Μεί...
(Ξέχνα το.)
Βλέπεις εκείνο τ' αστέρι που μοιάζει με φάρο ; 
Τόσο. 
Θυμάσαι τη φωτογραφία μας που ξέχασες ; 
(Όλοι οι ήχοι που μου χάρισες παίζουν ταυτόχρονα στο κεφάλι μου.)
Τόσο.
Το κορίτσι με το κόκκινο μαντήλι στο μέτωπο ;
Το φλογισμένα της βλέμμα ;
Τόσο.
Ζωγράφου, Πατήσια. 
Μεταξουργείο, Παγκράτι. 
[Μην ξεχάσεις τις εφημερίδες μου.]
-Μην με ξεχάσεις.
Μείνε. 
Για λίγο. 
Εδώ θα είμαι.
Δεν έχω πού να πάω.
-Παφ.
Η ακοή μου βουβάθηκε. 
Μιλάς με τη σιωπή μου.  
Η ανάσα μου στάθηκε. 
Είναι η ψυχή μου που παγώνει το σβέρκο σου.
-Φίλα με. Αγκάλιασέ με.
Τα παιδιά ψιθυρίζουν τις ώρες που λείπεις.
Φιλάνε τις πληγές απ' τα χάδια που ξέχασες.
Οι αγκαλιές σου ξεπαγιάζουν στο μπαλκόνι μου.
-Βλέπεις ; Πέρα απ' τις κεραίες, τους ηλιακούς θερμοσίφωνες...
Είμαι στα δεξιά του ήλιου.
(Σημάδια στο κράσπεδο, το μυαλό και το τραπέζι μου.)
-Τ' άρωμά σου στο μαξιλάρι μου. 
Τ' άρωμά σου στην μνήμη μου. 
Η μνήμη μου διαγράφηκε. 
Είναι τα μάτια μου που θυμούνται. 
Τόσο. 
Μακριά. 
Κοντά. 
Τόσο.
Όσο ο αέρας της απουσίας σου με χτυπάει στο πρόσωπο.

αΘηνά.



Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Cell-wall


What is she?
Is she waiting something different from me?
Is she satisfied of what I am?
(What am I? )
Then I return back in my blackness.
I lie back in my nothing
like a bacterium in its capsule.
And I'm waiting until the conditions become favorable
Evolving into a caterpillar
Then into a blind horse
(And million years after, into a well respected mosquito)

There it was, coming out of my throat
It was flowing out of me
I couldn't help it at all
Liquid.
And sticky.
As a newborn child
As a newborn idea
With no identity

Do you remember the first time you ever saw a thunder?
A drop of rain?
A very crimson cherry?
Her most dazzling smile?
Can you recall the very first time that you felt ashamed?
[Shame. A useless feeling.
Just like egoism.]
You have to support your acts, she said.
Even if you're acting like a worm, I thought.

[Sometimes I need a rigid, feelings-proof, impervious cell-wall
To inclose my corrupted, crooked soul.]
After a long time of hibernation,
The huckleberry's light, that violates to my capsule
Breaks down my defences
And it's strong enough to crack into my embattled cell-wall.
(The echo of my warning trumpets resounds at my procaryotic cells.)
When longer my somnolent eyes get used to it
It's the time that I know it's too late to fight
[The demons of your love]
[The dragons in your eyes]

Go with the flow if you cannot make a change,
they say.
Don't be afraid to compromise,
with your feelings
(It's not a big deal)

Undeniable progress.
The spring of life,
[Spring, of my life]
The era finally came.
Conditions are favorable.
Wake up the bears !
Sing the hymn of resurrection !
Paint your cheeks in ''coming back'' red.
[Carmine, cinnabar, mercury, dragon's blood,
Sorcery, dracaena, witchcraft, spells,
gypsy's chiromancy, oracle, Pythia.]

That's the prophecy :

Prepare to give birth to Love 
To be born from her womb.
Prepare to be a bacterium,
a caterpillar,
a blind horse
or a well respected  mosquito. In love.

Whatever you are 
be in love.

αΘηνά.




Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Cold hands


Ντύσε τη σιωπή σου μ' αυτό : Gnossienne No. 1,2,3 Erik Satie

[Κάποτε θα γράψω ένα ποίημα. Θα το λεν' "Ασυναρτησίες".
Θα παίζει, το ραδιόφωνο στη συχνότητα ερώτων, αδιάφορων.
Σαν κι αυτούς που βλέπεις κάτι πρωινά με καταχνιά να ψυχορραγούν στα πεζοδρόμια.
Στη σκουριασμένη μου τέντα, η βροχή θα μιμείται τον ήχο ρολογιού μ' αρρυθμίες,
κι ο καπνός απ' το τσιγάρο σου, θα βηματίζει υστερικά, πάνω κάτω.
Πάνω κάτω.
Θα καθίσω ανακούρκουδα στο πάτωμα, κοντά στο παράθυρο,
τόσο που η ανάσα μου θα νοτίζει το τζάμι και θ' αναμένω εκστατικά, τα δευτερόλεπτα που η νύχτα,
θα μοιάζει με πρωινό μουντής σχολικής Δευτέρας.
Κάτι τέτοιες Δευτέρες είναι που μας αποκαλύπτεται ο Κόσμος. 
Όμως είμαστε πολύ μίζεροι, πολύ απασχολημένοι για να προσέξουμε τούτη την αποκάλυψη.]

Κι εσύ μια τέτοια Δευτέρα, θα ξανάρθεις.
Θα πιέσεις το χαλασμένο κουδούνι,
με 'κείνο το ίδιο δάχτυλο που μου 'δειξες την έξοδο.
Θα περιμένεις για λίγο...
Θα γυρίσεις το βλέμμα σου προς τα πάνω,
θ' αντικρίσεις στο μουχλιασμένο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου,
μια σταγόνα που θα ετοιμάζεται να βουτήξει στο κενό.
Τ' όμορφο πρόσωπό σου θα πάρει μια έκφραση αηδίας.
Θα κοιτάξεις γι' άλλη μια φορά το κουδούνι.
Ύστερα θα γυρίσεις την πλάτη σου,
κι έπειτα από μια μικρή αμφίβολη ακαμψία
θα φύγεις.
Μόλις κάνεις το πρώτο βήμα, θ' ακουστεί ο αδιόρατος ήχος
της σταγόνας που αυτοκτόνησε.
Θα 'ναι σαν να σημαίνει το τέλος.

Θα πιέσεις τον εαυτό σου να μην κοιτάξει πίσω.
Στη διαδρομή θα σκέφτεσαι πόσο καλύτερα είναι έτσι τα πράγματα.
Θα σκέφτεσαι τί θα 'χε συμβεί, αν είχα ανοίξει την πόρτα.
Θα θυμώνεις που δεν άνοιξα.
Θα προσπαθείς να διώξεις αυτές, τις άχρηστες σκέψεις.
Δεν θα θέλεις να πιάνουν άλλο χώρο στην μνήμη του μυαλού σου.
Θα βάλεις τ' ακουστικά στ' αυτιά σου,
θα πιέσεις τον εαυτό σου να συγκεντρώσει το βλέμμα του
στις σταγόνες που κυλάνε στο χαραγμένο τζάμι του λεωφορείου.
Δεν θα κλάψεις.
Δεν θα υπάρχει λόγος.

Και 'γω θα σκέφτομαι πώς θα 'ταν άραγε αν είχες έρθει.
Αν η δειλία σου δεν ήταν τόση...
Αν είχες χτυπήσει το κουδούνι μου.
Θα κοιτάζω τον κέρσορα ν' αναβοσβήνει στη λευκή οθόνη,
και θα προσπαθώ να διώξω αυτές τις σκέψεις.
Δεν θα κλάψω,
άλλωστε δεν θα υπάρχει λόγος.
Θα μείνω εδώ στο πάτωμα,
και θα συνεχίσω να κρυώνω.
Γιατί, δε ξέρω αν στο είπα.
Κρυώνω χωρίς εσένα.
Ό,τι εποχή κι αν είναι.

Κι όλες οι κουβέρτες του κόσμου,
κι όλες οι σόμπες,
δεν φτάνουν για να διώξουν το κρύο,
Όμως μια σου λέξη αρκεί, ή ένα σου βλέμμα,
από 'κεινα που μπορώ να τα διαβάσω μόνο εγώ.
Εκείνα που γεννήθηκαν για μένα.

Κι έτσι τα πρωινά του Σαββάτου θα παραμείνουν βαρετά.
Θα βουλιάζουν στο «χώρια» τους.
Κι οι Κυριακές θα ξεθωριάσουν,
θα γίνουν κι αυτές
μουντές - σχολικές Δευτέρες,
κι οι εβδομάδες θα περνούν κρύες και μουδιασμένες,
όπως κι οι εποχές.

[Και δεν ξέρω αν θα 'πρεπε το ασυνάρτητο ποίημα μου να τελειώσει εδώ.
Ν' αφήσει να περνούν οι ώρες στον αυτόματο πιλότο.
Την ώρα που το ραδιόφωνο θα παίζει στη συχνότητα ερώτων άτολμων.
Σαν κι αυτούς που συναντάς στις αυλές των δυστυχισμένων.
Κι η βροχή να χορεύει ειρωνικά, κλακέτες στην σκουριασμένη μου τέντα.
Ή αν πρέπει να τ' αφήσω να πλάσει ένα δρόμο, να γυρίσει πίσω το χρόνο στο χαλασμένο μου κουδούνι. Στο χαλασμένο μου μυαλό.
Είναι που θα 'θελα να ζητήσω τη γνώμη σου.
Είναι που θα 'θέλα να μαθαίνω τις σκέψεις σου.
Θες...είναι που κρυώνω χωρίς εσένα και δυσκολεύονται τα παγωμένα μου χέρια να γράψουν τις λέξεις στο χαρτί.
Σκαλίζω το κεφάλι μου, σαν παλιό σκοροφαγωμένο συρτάρι, μήπως και βρω κανένα αντικείμενο μαγικό, να γυρίσει το χρόνο πίσω.
Κι εκεί σταματάω να ψαχουλεύω...
Αφού το ποίημα μου δεν το 'γραψα ακόμα.]

αΘηνά.


Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Απολογισμός

Και συνηθίζω μέσα στο σκοτάδι
ενώ βουλιάζω στην υπερβολή μου,
με ενοχλεί πολύ το φως π' ανάβεις
της ενοχής μου, της στρατηγικής μου.

Κι αφού όλοι μου λεν' ν' αλλάξω,
να κοιμηθώ μια νύχτα μες το χρώμα
Θυμάμαι πως από μικρή όταν ήμουν
παιχνίδια έπαιζα όλα από χώμα.

Τις νύχτες που μυρίζουν νύχτα,
κι εκείνες που θυμίζουν μέρα
Σαν αστραπές που σφάζουν τον αέρα
κι ένα φιλί που ψιθυρίζει ξέχνα.

Μην λες ποτέ πως κι αύριο θα είσαι
Αφού ποτέ δεν είχες πει αλήθεια
Μην έχεις εύκολο το ψέμα,
τις νύχτες που θυμίζουν μέρα.

Κι αυτό το φως που το αναβοσβήνεις,
τη μια στιγμή με εφιάλτη μοιάζει
Την άλλη την ψυχή μου βγάζει
φτερά της δίνει μήπως και πετάξει.

Δεν έχω διάθεση να πω αλήθειες,
αφού ότι ζήσαμε θυμίζει ψέμα,
Μα όταν ξεπερνώ τους δείκτες
και το τσιγάρο ξαναγίνεται ένα

Το μυαλό μου μηδενίζω
και το γεμίζω πάλι από 'σένα.
Αν έβλεπες τι άντικρίζω,
ίσως ερχόσουνα ξανά σε μένα.

Γιατί το ξέρεις πως ποτέ δεν ήρθες,
μια νυχτερίδα απ' το μυαλό να διώξεις
Μόνο άφηνες τον πύργο να στοιχειώσει
και το αδράχτι να χτυπήσει φλέβα.

αΘηνά.



Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Αυξημένη σεξουαλικότητα

Ντύσε τη σιωπή σου : The National Fanfare of Kadebostany - Walking with a ghost

Η κοπέλα που ποτέ δεν θυμόταν τους στίχους
κι όλο έχτιζε γύρω της τοίχους
την κυνηγούσαν Ερινύες - παπαγάλοι
κι όλο της επαναλαμβάναν τί να κάνει

Έκλεβε τα ξένα στερεότυπα
Δεν πήγαινε για ύπνο πρίν τα ξημερώματα
είχε κι ένα γάτο κοτσονάτο
με μεγάλο καπέλο κι ένα κόκκινο φράκο

Για το μέλλον υποτίθεται είχε όνειρα μεγάλα
Μ' απ' το κρεβάτι δεν το κούναγε μια στάλα
Πέρναγε τα νύχια της βερνίκι μπλέ
και γενικά φερόταν σαν να ήταν κομπλέ

Έκρυβε τα λόγια στο ψυγείο,
και δεν το κούναγ' από κει ούτε γι' αστείο
κι άμα εξωτερική είχε δουλειά
έβαζε και Κέρβερο να τα φυλά

Είχ' αυξημένη σεξουαλικότητα
και μεγάλη αίσθηση τραμπάλα
Μια ν' ανεβαίνει στα ουράνια σώματα
την άλλη να γκρεμίζεται απ' τη σκάλα

Ξεπάγωνε τα λόγια απ' το ψυγείο
συμβούλευόταν το ψυχιατρείο
τα ζέσταινε στο micro να τα φάει μετά
κι έπαιρνε και παραπάνω δέκα κιλά

Έπαιρνε τηλέφωνο ν' ακούει τη φωνή
του πρώην εραστή, μήπως και σπαστεί
Κάπνιζε τη νύχτα σαν φουγάρο
Μα δεν έπιανε στα χέρια της τσιγάρο

Σαν πέρασαν τα χρόνια κι έγινε κυρία
γλυκοκοίταζε κάποια Μαρία
να χωρίσει με τον άντρα της έγιν' η αιτία,
πολύ βασανισμένη ιστορία

Μασούσε τσίχλα και φόραγε κολάρο
με δυό τριγόνια είχε κι ένα σμπάρο
άνοιγε τα πόδια σε μεγάλα μωρά
κι ας σιχαινόταν μπιμπερό και τα λοιπά

Είχ' αυξημένη σεξουαλικότητα
και μεγάλη έμφυτη κρεμάλα
μαγνήτης που τραβάει όλα τα θύματα
κι έρμαιο γίνεται για τα τσακάλια

αΘηνά.



Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Δευτέρα 7.01.2013, Αθήνα

Blue Skies - Lady and Bird 

Κάθομαι στο κρεβάτι και κοιτάζω την πορτοκαλί μου βαλίτσα κλειστή στο πάτωμα.
Απ' το ανοιχτό παράθυρο μπαίνει η πρωινή παγωνιά, μαζί με το θόρυβο απ' το πριόνι που κλαδεύει τα δέντρα του δρόμου.
Επέστρεψα σπίτι, μια τσουχτερή, μα όμορφη μέρα.
Ξύπνησα την στιγμή ακριβώς που γλυκοχάραζε κι είδα το πρώτο φως της αυγής μέσα απ' τα θαλασσόβρεχτα παράθυρα του Blue Star 2.
Ο ορίζοντας είχε βαφτεί μ' ένα σχεδόν φωσφοριζέ πορτοκαλί. Γύρω του απλώνονταν μωβ και ροζ ανταύγειες.  Σε λίγο ξεπρόβαλλε κι ένας ήλιος με δόντια που περονιάζει τα δάχτυλα και σου παγώνει τη μύτη.
Ανοιγόκλεισα τα μάτια για ν' απαθανατίσω τη στιγμή στο κεφάλι μου.
Απ' την άλλη πλευρά διαγραφόταν τώρα καθαρά η Αθήνα. Η Αθήνα μου. Σκονισμένα λευκή και τσιμεντένια. Στο βάθος χιονισμένη, φαινόταν η Πάρνηθα.

Σκέφτομαι αν θα ΄ταν καλύτερα να κλείσω το παράθυρο. Τα πόδια μου έχουν ξυλιάσει, όμως κατά κάποιο τρόπο απολαμβάνω την παγωμένη ανάσα της πρώτης μέρας μου, γι' αυτή τη χρονιά, στην Αθήνα.

Ο ταξιτζής φόρτωσε με κόπο τις υπέρβαρες βαλίτσες μας στο ταξί και ξεκινήσε για το σπίτι. Το σπίτι μου.
Μέσ' απ' το παράθυρο του κίτρινου ταξί, κοιτούσα, με κουρασμένα απ' το πολύωρο ταξίδι μάτια, την Αθήνα του 2013 - πιά.
Ο ουρανός είναι καταγάλανος και τα σύννεφα έχουν ένα ακανόνιστο σχήμα, σαν να 'χει σβήσει κάποιος τον ουρανό με γομολάστιχα. Κάποια άλλα μοιάζουν φιλντισένια έτσι όπως ιριδίζουν στο φως του παγωμένου ήλιου.
Να, η Αθήνα του 2013 σκέφτομαι.
Ο ταξιτζής μιλά για τις κόρες του. Η μεγάλη του κόρη, καθηγήτρια αγγλικών - ευτυχώς έχει ακόμη δουλειά - αναγκάζεται όμως να δουλεύει σε δύο φροντιστήρια. Ζήτησε μαζί με τις λιγοστές συναδέλφους της (οι υπόλοιπες απολύθηκαν ήδη, κι αύριο ποιός ξέρει ; Ίσως να 'ρθει κι η σειρά της.) να τους κάνουν μείωση στο μισθό, για να μην μείνει άνεργη η άλλη συνάδελφός τους, η Άννα.
"Αυτά τα καθίκια στη βουλή, της έκοψαν το επίδομα ανεργίας για το καλοκαίρι" που δεν εργάζεται, λόγω ενός νέου νόμου που προβλέπει πως η 8μηνη εργασία δεν δικαιούται επίδομα ανεργίας. Ένας θεός ξέρει πως θα τα βγάλει πέρα το καλοκαίρι η μεγάλη κόρη του ταξιτζή. Η μικρή του κόρη, η Ελευθερία, παίρνει μόνο 264 ευρώ μισθό, ενώ εργάζεται ως λογίστρια σε 6ωρη απασχόληση. Τοσο πληρώνεται το πτυχίο οικονομικών από την Πάντειο  και το μεταπτυχιακό της, στην Αθήνα του 2013. Του ταξιτζή κοντεύει να του 'ρθει νταμπλάς.
Προσπαθώ να μην πανικοβληθώ για το μέλλον μου. Το μέλλον το δικό μου, της Άννας και της Ελευθερίας.
Ο ταξιτζής συνεχίζει "Γκρίνιαζα σε μια κυρία τις προάλλες πως η κόρη μου δουλεύει για 264 ευρώ. Με είχε και για τυχερό που τουλάχιστον δούλευε η κόρη μου. Ο δικός της γιος είναι άνεργος. Τόσο έχουν εξευτελίσει το επίπεδο της ζωής μας." Μπορώ να πω πως έχει άδικο ο ταξιτζής μας; Φυσικά και όχι!
Κοντεύει να μου 'ρθει εμένα νταμπλάς τώρα... Όχι πως δεν τα ξέρω...στην ίδια χώρα ζούμε όλοι... Μα έτσι όπως μ' έπιασε απ' τα μούτρα ο ταξιτζής, μόλις πάτησα σε αθηναϊκό έδαφος, μου 'ρθε κάπως απότομα...
Προσπαθώ να ξεχαστώ κοιτώντας τα φιλντισένια σύννεφα καθώς συνεχίζουμε προς τις στύλες του Ολυμπίου Διός.
Στο βάθος αγέρωχη στέκει η Ακρόπολη.
Είναι όμορφη η Αθήνα συλλογίζομαι.
Είναι όμορφη η ζωή.
Καταφέρνω κάπως να ρυθμίσω την ανάσα μου.
Θα τα καταφέρουμε.
Κι εγώ κι η Άννα κι η Ελευθερία.
Όλο και κάπως θα τα καταφέρουμε, καλή θέληση και όρεξη να υπάρχει και θα τα καταφέρουμε.

Μπήκα σπίτι. Ήρθε και η ΔΕΗ...
Θα τα καταφέρουμε.

Καλη σας μέρα απ' την τσουχτερή Αθήνα.

υ.γ. Χρόνια πολλά στους Γιάννηδες, τις Ιωάννες και τα λοιπά παρελκόμενα

αΘηνά.