Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Αγρυπνία

Πάλι προσπαθώ να μετρήσω προβατάκια για να κοιμηθώ. Μα τα προβατάκια μου, χοροπηδούν και χάνονται και πέφτουν και σηκώνονται και κρύβονται και σκοτώνονται. Πολύ με κουράζουν. Μου είναι αδύνατον να τα μετρήσω, μοιάζουν μ' ένα παιχνίδι που έπαιζα μικρή στον υπολογιστή. Εκνευριστικά μακάβριο.
Κι αποφασίζω πάλι να μετρήσω αριθμούς :
1...
2.....
3......
4.......
5........λάθος. Μεγάλο λάθος.
Τί τα θες ; Αφού ποτέ μου δεν τα πήγαινα καλά με τους αριθμούς. Αλλόκοτες παίρνουν μορφές, γίνονται κλόουν και τζόκερ τρομακτικοί, ξεπετάγονται από κουτιά με ελατήρια. Τσιρίζουν μέσα στο κεφάλι μου και με κοροϊδεύουν. Δεν τους αντέχω να με κοροϊδεύουν.
Περνούν μερικές ώρες ακόμη, ξαπλωμένη με τα μάτια ορθάνοιχτα σκέφτομαι, τί να σκεφτώ ώστε να καταφέρω να κοιμηθώ. Κάτι να ξεγελά τη φαντασία μου, να μην την ξυπνά μα να την κοιμίζει, κάτι διόλου ερεθιστικό, κάτι να με ηρεμεί, μακριά από προβατάκια και αριθμούς. Γιατί η φαντασία μου να οργιάζει ;
.............................................................................................................................................
Κύματα. Θα μετρήσω κύματα, που τ' αγαπώ και με ηρεμούν πάντα.
Ένα κύμα (σκέφτομαι το σύρε κι έλα του, αναπαράγω στο μυαλό μου τον φλοίσβο του, μυρίζω σχεδόν το άρωμα του, την αλμύρα του).
Δύο κύματα.
Τρία....
Τέσσερα.
Και ξαφνικά διαρροή.Το μυαλό μου μπάζει νερό από κάπου.
Αναμνήσεις διαλυμένες σε νερό, υγρές και αμείλικτες μου επιτίθενται.
Κι αχνά εσύ μέσα στο νερό, παίζεις με τα κύματα που μετρούσα, κολυμπάς και μ' αγκαλιάζεις.
Περίπατοι στη θάλασσα και λόγια που δεν άντεξαν παρα μόνο σαν αναμνήσεις.
Φιλήματα τα ξημερώματα με τ' αγιάζι να κολλά στο δέρμα μας κι ανάσες μ'αλκοόλ παραδομένες σε μια ευτυχία ανείπωτη και μία κάμαρα μικρή να χωρά τον κόσμο.
Αλάτι πάνω στα κορμιά μας και θάλασσα. Κι άνεμος ζεστός, λίβας καλοκαιρινός να φυσά τα μαλλιά μας ως στ' αστέρια που μου 'δειξες και στα γύρω νησιά.
Άμμος, ήλιος σε ζεστά καλοκαίρια, μ' απλωμένα τα χέρια στο θεό της αγάπης, της αλλόκοτης ζάλης που μεθά και ξυπνά.
Κι ύστερα οι υγρές αναμνήσεις μου θολώνουν τα μάτια και μεταφράζονται σε δάκρυα αλμυρά, θαλασσινά σαν κύματα.
Στο τέλος της παλίρροιας το κεφάλι μου βουίζει σαν κοχύλι που φωνάζει το σύρε κι έλα του γυαλού που τ' ανάθρεψε.
Επώδυνο τα κύματα να μετράς. Δεν έκλεισα μάτι πάλι απόψε.
7 η ώρα. Καλημέρα.

αΘηνά.

Ας χαθείς...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου