Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

Η κούκλα

Η βρώμικη κούκλα άνοιξε αργά, διστακτικά,
το μουσικό κουτί της ψυχής της
από μέσα του ξεχύθηκαν ήχοι πνιχτοί
ήχοι σαν φίδια, βατράχια
σαν να 'ταν της Πανδώρας τούτο το κουτί
κι ανοιγμένο, ξέμπλασε την ασχήμια,
την αποκρουστική αλήθεια,
τα δεινά βιώματά της.

Τ' άρωμα της μούχλας,
αναθυμίαση σαθρής, πονεμένης ψυχής

σκορπίστηκε στο δωμάτιο, στο δρόμο, στη νύχτα.
Σαν ακουσε η σελήνη,
τους ήχους που το κουτί είχε σκορπίσει,
μούδιασε, μάζεψε τα φτερά της,
που πρωτύτερα σαν πέπλο ειχ' απλώσει,
απολαμβάνοντας την σιγαλιά
της ξάστερης βραδιάς,
τ' άστρα φτερούγισαν για μια στιγμή,

τρομαγμένα κι αυτά,
κι ύστερα έσβησαν αστραπιαία
κάνοντας απόκοσμη την άδεια αυλαία της νύχτας.

Η σκοτεινή μελωδία καθώς σίγασε
άφησε πίσω της κρύο, παγωμάρα.
Άνοιξε το παράθυρο τώρα
να διώξει τις φωνές και τ' άρωμα της μούχλας,
μίλησε στους πέντ' ανέμους
που περίεργοι, είχαν μαζευτεί στο παραθύρι της,
τους προσκάλεσε να της κρατήσουν συντροφιά
το βράδυ τούτο,
ν' ακούσουν τα βάσανα της
τους ζήτησε παρηγοριά.
Εκδίκηση.

Μιας κι όλοι μόνοι την άφησαν
μιας και την ανάγκασαν
ν' ανοίξει μόνη το κουτί
ν' αντιμετωπίσει μόνη την πέτρινη,
παγωμένη αλήθεια
μιας και τ' όνειρο της
της το γκρέμισε σαν πύργο τραπουλόχαρτα, 

ο πρίγκιπας που τόσο καρτερούσε,
ναι, εκδίκηση τώρα ζητούσε.

Δεν ήταν πρίγκιπας.
Ήταν ένας καλά μεταμφιεσμένος δολοφόνος.
Σκότωσε κάθε τί αθώο,
και κάθε τί ανέγγιχτο είχε.
Την άφησε αδειανή στο πλάι μιας βελούδινης,
κόκκινης κάπας,
στολισμένης με ρουμπίνια, σμαράγδια
Πριγκιπική αμφίεση, κενή ματιά, μαχαίρι η καρδιά
πέρασε μέσα της όλο και πιο πολύ,
έγινε ένα μ' αυτήν, της έκλεισε τα μάτια
όσο τον έμπηγε η ίδια στην ψυχή της
εξαπατημένη και θαμπωμένη.

Κι ύστερα όταν πια δεν της είχε απομείνει
παρά μονάχα το κουτί,
η Εύα, απ' το φίδι πληγωμένη
γυμνή και ντροπιασμένη
το άνοιξε, κατάλαβε πως τη χρησιμοποίησε
την πέταξε σαν κούκλα που τη βαριέται το
κακομαθημένο κοριτσάκι κι αφού της κόβει τα μαλλιά,
της σκίζει τα ρούχα, της αφαιρεί τα μέλη
αφού έχει χάσει την λάμψη και την ομορφιά της
την ρίχνει σε μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών
μα δεν την πετά στα σκουπίδια
την βάζει σε μια βρώμικη αποθήκη,
την αναγκάζει να ζήσει μόνη για πάντα,
σ' έναν ατέρμονο Τάρταρο δίχως γυρισμό
στο μαύρο απόλυτο κενό, ατιμασμένη και άσχημη πια,
γελιοποιημένη.

Ο πρίγκιπας του παραμυθιού,
αλλιώς, το κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο,
συνεχίζει το δρόμο του στο άσπρο του άλογο,
θα ληστέψει και την επόμενη, τώρα καινούρια
κι απαστράπτουσα, κούκλα
θα παίξει και το επόμενο του χαρτί,
δεν θα τιμωρηθεί ποτε.
Ποτέ, εκτός απ' αυτή τη φορά.

Αυτή τη φορά θα βρεί τον πιο απρόσμενα γελοίο θάνατο,
που ένας πρίγκιπας της διαλογής του θα μπορούσε να 'χει,
κι αυτό γιατί η κούκλα απ' τους ανέμους εισακούστηκε,
κι η παράκληση της, τα πλυμμηρισμένα της μάτια
άγγιξαν τους παγερούς ανέμους
κ αυτοί τον δολερό πρίγκιπα πήραν στο κατόπι
φύσηξαν κι αντάριασαν την πλάση,
ασκοί τ' Αιόλου καταστροφικοί, τον πέταξαν
απ' τ' άσπρο τ' άλογο,
τον σκότωσαν ακαριαία παίρνοντας του την αδειανή ψυχή.

Κανείς δεν έκλαψε για τον πρίγκιπα
κανείς δεν στεναχωρήθηκε 'κείνο το βράδυ,
τ' άστρα τρεμόπαιξαν και βγήκαν πάλι,
η κούκλα πήρε τ' άσπρο άλογο του πρίγκιπα
και κάλπασε μεχρί που χάθηκε μακριά.
Η εκδίκηση εκείνο το βράδυ έγινε φίλη της καλή,
καβάλησε μαζί της τ' άλογο κι όταν σιγουρεύτηκε
πως θα 'ταν καλά, της έδωσε μια συμβουλή:
"Ξεχωριζε τον βάτραχο απ' τον πρίγκιπα,
ο βάτραχος σου ζητάει φιλί για να σ' αγαπήσει.
Ο πρίγκιπας σε παίρνει απ' τη στάχτη και σε κάνει βασίλισσα."
Έφυγε γρήγορα σαν να μην είχ' εμφανιστεί.

Στο βάθος ξεπρόβαλλε ο ήλιος και έντυσε τη γυμνή κούκλα με φως
και ζεστασιά, την πήρε κοντά του,
την έκανε βασίλισσα,
χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς φιλί.





© Copyright Αθηνά Ιερομνήμων αΘηνά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου